Τις τελευταίες ώρες προσπάθησα πολλές φορές να βρω τη μία λέξη που θα μπορούσε να περιγράψει τον Γιώργο Μαζωνάκη. Όχι τον τραγουδιστή με τις δεκάδες επιτυχίες, τους πλατινένιους δίσκους και μια καριέρα μεγαλύτερη από τρεις δεκαετίες. Τον άνθρωπο που γνώρισα, με τον οποίο συνεργάστηκα, διαφώνησα, γέλασα, γιόρτασα. Και κάθε φορά καταλήγω στην ίδια λέξη: αυτόφωτος.
Του το είχα πει κάποτε και του ίδιου.
Με τον Γιώργο οι δρόμοι μας είχαν διασταυρωθεί πολύ πριν συνεργαστούμε στη Heaven. Μέσα από τις διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές που παρουσίασα όλα αυτά τα χρόνια, με είχε τιμήσει με την παρουσία του αρκετές φορές. Προσπαθώντας σήμερα να βάλω τις αναμνήσεις σε μια σειρά, ομολογώ ότι δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς γνωριστήκαμε για πρώτη φορά. Όταν έχουν μεσολαβήσει τόσες εκπομπές, τόσες συνεντεύξεις και τόσοι άνθρωποι, η μνήμη κρατά περισσότερο τις εικόνες και λιγότερο τις ημερομηνίες.
Θυμάμαι όμως τον Γιώργο.
Και θυμάμαι ότι είχε κάτι που δύσκολα περνούσε απαρατήρητο.
Δεν έγινε διαφορετικός όταν έγινε μεγάλος σταρ. Ήταν διαφορετικός από την αρχή.
Ένα παιδί από τη Νίκαια, που στα 15 του είχε αποφασίσει ότι θα γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής. Έλεγε ότι τότε πήγαινε σε δύο σχολεία: στο κανονικό και στο «Μουσικό Ρετιρέ» της Νίκαιας, όπου τραγουδούσε. Στα 16 του, με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε από το τραγούδι, πήρε τη φωτογραφική μηχανή της μητέρας του και ταξίδεψε μόνος του στην Κρήτη για να γνωρίσει τον τόπο καταγωγής του πατέρα του, τη Σητεία.
Ήθελε να ξέρει από πού ερχόταν. Ίσως γι’ αυτό δεν έχασε ποτέ τις ρίζες του, όσο μακριά κι αν έφτασε.
Από την Πάτρα και τα πρώτα επαγγελματικά βήματα ήρθαν η δισκογραφία, το «Μεσάνυχτα και κάτι», το «Με τα μάτια να το λες» και στη συνέχεια τραγούδια που έμειναν: «Τρεις το πρωί», «Ανήκω σε μένα», «Μου λείπεις», «Φεύγω για μένα», «Παιδί της νύχτας».
Κάπου εκεί, όμως, συνέβη κάτι σημαντικότερο από μια σειρά επιτυχιών. Ο Γιώργος Μαζωνάκης έπαψε να είναι απλώς ένας ακόμη πολύ επιτυχημένος λαϊκός τραγουδιστής και έγινε… Μαζωνάκης.
Έφτιαξε έναν δικό του κόσμο. Με τα ρούχα του, τη σκηνική του παρουσία, τα video clips, τις φωτογραφίσεις, τις μουσικές επιλογές του. Δεν φοβήθηκε να προκαλέσει, να σχολιαστεί, ακόμη και να ξενίσει. Και παρ’ όλα αυτά, στη βάση του παρέμενε πάντα λαϊκός. Το παιδί από τη Νίκαια ήταν εκεί.
Όταν το 2008 ανέλαβα τη Heaven, βρεθήκαμε πια στην ίδια επαγγελματική πλευρά.
Και τότε κατάλαβα καλύτερα κάτι που ως άνθρωπος του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης δεν μπορούσα μέχρι εκείνη τη στιγμή να γνωρίζω σε όλο του το βάθος: πόσο πολύ τον ενδιέφερε τι έλεγε ένα τραγούδι.
Ο στίχος για τον Γιώργο δεν ήταν η αναγκαία προσθήκη πάνω σε μια καλή μελωδία. Ήθελε να μπορεί να αισθανθεί αυτό που τραγουδούσε. Δεν τον ενδιέφεραν τα εύκολα λόγια μόνο και μόνο επειδή μπορούσαν να γίνουν σουξέ. Η μουσική φυσικά είχε τεράστια σημασία, αλλά εκείνο που αναζητούσε ήταν το συναίσθημα. Να υπάρχει κάτι μέσα στο τραγούδι που να τον αφορά πραγματικά.
Και κυρίως δεν ήθελε να επαναλαμβάνεται.
Σε μια βιομηχανία που μόλις κάτι πετύχει ζητά αμέσως «άλλο ένα ίδιο», εκείνος έψαχνε το επόμενο διαφορετικό. Αυτό μπορεί να δυσκολεύει κάποιες φορές τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω από έναν καλλιτέχνη, αλλά είναι και ένας από τους λόγους που μια καριέρα αντέχει στον χρόνο.
Στη Heaven εκείνα τα χρόνια ήρθαν πολύ μεγάλα ονόματα. Ο Αντώνης Ρέμος, ο Γιάννης Πλούταρχος και άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες. Ήταν αυτονόητο ότι ο χρόνος μου έπρεπε πλέον να μοιράζεται ανάμεσα σε ανθρώπους με τεράστιες καριέρες, διαφορετικές ανάγκες και μεγάλες απαιτήσεις.
Ο Γιώργος, όμως, είχε πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.
Και δεν είχε να κάνει μόνο με τις πωλήσεις ή με το μέγεθος της καριέρας του.
Είχε να κάνει με την προσωπικότητά του. Με την αμεσότητά του. Και κυρίως με την απλότητά του.
Γιατί πίσω από όλη αυτή την εικόνα που πολλές φορές μπορούσε να φαίνεται εκκεντρική, προκλητική ή απρόβλεπτη, υπήρχε ένας άνθρωπος πολύ πιο απλός απ’ όσο ίσως φανταζόταν κάποιος που τον γνώριζε μόνο μέσα από τη σκηνή.
Κάποια στιγμή, σε μια κουβέντα μας, του είπα κάτι που πραγματικά πίστευα:
«Γιώργο, εσύ δεν έχεις ανάγκη κανέναν να σε στηρίξει. Είσαι αυτόφωτος. Είσαι μοναδικός σε αυτό που κάνεις».
Και εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή που μπορώ να κάνω για την καλλιτεχνική του υπόσταση.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά την απονομή για τα «Ίσια Ανάποδα» στο Island. Μια τεράστια επιτυχία.
Λίγο πριν ξεκινήσουμε, τον ρώτησα πώς ήθελε να οργανώσουμε την απονομή.
«Δεν θέλω πάνελ, δεν θέλω κάτι τυπικό», μου είπε.
Δεν ήθελε την κλασική εικόνα μιας δισκογραφικής απονομής, όπου ο ένας μετά τον άλλον ανεβαίνουν για να ανταλλάξουν ευχαριστίες και φιλοφρονήσεις. Ήθελε να καθίσουμε χαλαρά στα σκαλιά, να πω εγώ δυο λόγια, να πει εκείνος πώς αισθανόταν και μετά να φωνάξουμε τους δημιουργούς:
«Ελάτε, πάρτε τους δίσκους σας και πάμε να κάνουμε πάρτι».
Και αυτό κάναμε.
Κάποιοι το παρεξήγησαν τότε. Θεώρησαν ότι εγώ δεν τίμησα όσο έπρεπε τους δημιουργούς. Δεν ήξεραν ότι αυτή ήταν η επιθυμία του ίδιου του Γιώργου.
Δεν ήθελε άλλη μία τελετή.
Ήθελε να φάμε, να πιούμε, να τραγουδήσουμε, να αγκαλιαστούμε και να χαρούμε την επιτυχία.
Τόσο απλά.
Και αυτό, για μένα, λέει πολλά περισσότερα για εκείνον από δεκάδες περιγραφές.
Μέσα σε εκείνα τα χρόνια βρεθήκαμε ακόμη και μπροστά στην κάμερα ως… ηθοποιοί. Στο «Μίλα μου βρώμικα» της Μυρτώς Κοντοβά στο MEGA, ο Γιώργος υποδυόταν έναν άνθρωπο που εργαζόταν σε συνεργείο και τραγουδούσε τα βράδια, κι εγώ εμφανιζόμουν ως ο εαυτός μου.
Μια μικρή τηλεοπτική στιγμή που τότε ήταν απλώς διασκεδαστική. Σήμερα γίνεται κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης συλλογής αναμνήσεων.
Το 2012 ήρθε τελικά η στιγμή να φύγω εγώ από τη Heaven.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.
Ο Γιώργος ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που θέλησαν να με δουν. Ήθελε να μάθει γιατί έφυγα. Τι είχε συμβεί. Αν ήμουν καλά. Τι θα έκανα μετά.
Εκείνη τη στιγμή δεν είχα απέναντί μου έναν καλλιτέχνη που αναζητούσε τον μέχρι χθες διευθυντή της εταιρείας του.
Είχα έναν άνθρωπο που ενδιαφερόταν για έναν άνθρωπο.
Έναν φίλο που νοιαζόταν για έναν φίλο.
Και το εκτίμησα πολύ.
Γιατί τελικά αυτά είναι που μένουν.
Οι δίσκοι καταγράφονται. Οι πωλήσεις καταγράφονται. Τα βραβεία μπαίνουν σε ένα ράφι. Τα τραγούδια, ευτυχώς, συνεχίζουν να ακούγονται.
Οι ανθρώπινες στιγμές όμως υπάρχουν μόνο στη μνήμη εκείνων που τις έζησαν.
Τα επόμενα χρόνια οι επαγγελματικοί μας δρόμοι χώρισαν. Εκείνος συνέχισε να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα: να αλλάζει χωρίς να χάνει την ταυτότητά του. Από το «Παράξενο με μένα» μέχρι τις «Ώρες μικρές», από τις συνεργασίες με νεότερους καλλιτέχνες μέχρι τις τελευταίες «Επιπτώσεις», δεν επέλεξε να γίνει το greatest hits του εαυτού του.
Σήμερα είναι εύκολο να απαριθμήσει κανείς δίσκους, πωλήσεις, επιτυχίες και εμφανίσεις. Όλα αυτά υπάρχουν καταγεγραμμένα και αποτελούν την ιστορία μιας καριέρας που ξεπέρασε τις τρεις δεκαετίες.
Εμένα με ενδιαφέρουν περισσότερο όσα δεν χωρούν σε αριθμούς.
Η αμεσότητά του. Η απλότητά του. Η εμμονή του με τον στίχο και με όσα είχε πραγματικά να πει ένα τραγούδι. Η ανάγκη του να αλλάζει, να δοκιμάζει, να μην επαναπαύεται σε ό,τι είχε ήδη πετύχει. Ακόμη και η διάθεσή του να προκαλεί, να ξενίζει, να κάνει επιλογές που μπορεί στην αρχή να μην καταλάβαιναν όλοι.
Γιατί ο Μαζωνάκης δεν προσπάθησε ποτέ να είναι αρεστός σε όλους. Προσπάθησε να είναι ο εαυτός του.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη επιτυχία μιας διαδρομής που ξεκίνησε από ένα παιδί στη Νίκαια, το οποίο στα 15 του είχε αποφασίσει ότι θα γίνει τραγουδιστής.
Έκανε τεράστιες επιτυχίες. Άλλαξε εικόνες, ήχους και εποχές. Πειραματίστηκε, ρίσκαρε, αμφισβητήθηκε, αποθεώθηκε. Είδε τη δισκογραφία να αλλάζει ολόκληρη γύρω του και κατάφερε να παραμένει παρών χωρίς να μετατρέψει το παρελθόν του σε καταφύγιο.
Και το σημαντικότερο: έφτιαξε ταυτότητα.
Αρκούσαν λίγα δευτερόλεπτα από μια φωνή, ένα τραγούδι, μια φωτογραφία, ένα ρούχο, μια κίνηση πάνω στη σκηνή για να ξέρεις ποιος είναι.
Αυτό δεν κατασκευάζεται εύκολα. Και σίγουρα δεν αγοράζεται με καμία επιτυχία.
Στα 54 του χρόνια έφυγε ξαφνικά, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που κανονικά είχε ακόμη πολλά κεφάλαια να γράψει. Στις 20 Σεπτεμβρίου επρόκειτο να γιορτάσει στην Τεχνόπολη τα 33 χρόνια της καριέρας του. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αντί για εκείνη τη γιορτή, λίγες ημέρες νωρίτερα, θα μιλούσαμε για εκείνον σε παρελθόντα χρόνο.
Τα τραγούδια του, όμως, δεν θα μπουν ποτέ σε παρελθόντα χρόνο.
Θα συνεχίσουν να παίζουν «Τρεις το πρωί». Θα υπάρχουν «Δύσκολα φεγγάρια» και «Ώρες μικρές». Κάποιος θα φεύγει «για μένα», κάποιος άλλος θα φωνάζει «ανήκω σε μένα» και μια καινούργια γενιά θα ανακαλύπτει κάθε τόσο ένα τραγούδι που γράφτηκε πολύ πριν από εκείνη.
Γιατί τελικά αυτή είναι η παράξενη συμφωνία που κάνει ένας μεγάλος καλλιτέχνης με τον χρόνο: ο άνθρωπος κάποτε φεύγει, αλλά όσα κατάφερε να κάνει δικά του μένουν.
Και ο Γιώργος έκανε πολλά πράγματα δικά του.
Τη φωνή του. Την εικόνα του. Τη νύχτα του. Τα τραγούδια του. Τον τρόπο του.
Ξεκίνησε ως ένα παιδί από τη Νίκαια που ήθελε να γίνει τραγουδιστής.
Και στο τέλος δεν χρειαζόταν ούτε μικρό όνομα ούτε επεξήγηση.
Ήταν απλώς ο Μαζωνάκης.
Μ.Π.



