Μια σκηνή 360 μοιρών, διεθνείς συντελεστές, μήνες προετοιμασίας, σχεδόν τέσσερις ώρες μουσικής και ένα Ολυμπιακό Στάδιο γεμάτο. Πίσω όμως από τους αριθμούς και την τεχνολογία μιας τεράστιας παραγωγής υπήρχε μια εικόνα πολύ πιο δυνατή: ένας άνθρωπος που, λίγα δευτερόλεπτα πριν εμφανιστεί στη σκηνή, γνώριζε ότι στην άλλη πλευρά τον περίμεναν περισσότεροι από 90.000 άνθρωποι.
Λίγο πριν από τις εννέα το βράδυ του Σαββάτου 26 Σεπτεμβρίου, πίσω από τη γιγαντιαία σκηνή του ΟΑΚΑ όλα έπρεπε να λειτουργούν με την ακρίβεια μιας τεράστιας μηχανής. Οι τελευταίες οδηγίες είχαν δοθεί, οι τεχνικοί περίμεναν το cue, οι κινήσεις περιορίζονταν στις απολύτως απαραίτητες και η ένταση των προηγούμενων ωρών έδινε τη θέση της σε εκείνη την ιδιότυπη σιωπή που προηγείται των μεγάλων θεαμάτων.
Μόνο που, λίγα μέτρα πιο πέρα, δεν υπήρχε καμία σιωπή.
Περισσότεροι από 90.000 άνθρωποι περίμεναν την Άννα Βίσση και η βοή ενός ολόκληρου Ολυμπιακού Σταδίου έφτανε μέχρι τα παρασκήνια. Αυτή η σχεδόν κινηματογραφική αντίθεση μπορεί τελικά να περιγράψει καλύτερα από οποιονδήποτε αριθμό το μέγεθος της βραδιάς: από τη μία η απόλυτη συγκέντρωση ενός ανθρώπου λίγο πριν βγει στη σκηνή και από την άλλη δεκάδες χιλιάδες φωνές που περιμένουν ακριβώς αυτόν τον άνθρωπο.

Μια συναυλία που σχεδιάστηκε ως διεθνές stadium show
Το θέαμα που παρουσιάστηκε στο ΟΑΚΑ δεν ήταν μια συμβατική συναυλία που απλώς μεταφέρθηκε σε μεγαλύτερο χώρο. Χτίστηκε επί μήνες ως stadium show διεθνών προδιαγραφών, με μια τεράστια σκηνή 360 μοιρών, σχεδιασμένη ειδικά για το Ολυμπιακό Στάδιο από τη βρετανική STUFISH Entertainment Architects, εταιρεία που έχει συνδέσει το όνομά της με παραγωγές καλλιτεχνών όπως οι Rolling Stones, η Madonna, οι U2 και η Beyoncé.
Στο δημιουργικό επιτελείο βρέθηκαν άνθρωποι με αντίστοιχη διεθνή διαδρομή. Το creative direction ανέλαβε ο Kim Gavin, με εμπειρία από μερικά από τα μεγαλύτερα θεάματα παγκοσμίως και από τις τελετές των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, το visual design το Luke Halls Studio, τις χορογραφίες ο Fredrik Rydman και τη fashion εικόνα της Βίσση η Rita Melssen.
Οι γιγαντοοθόνες, τα προηγμένα συστήματα φωτισμού και video, τα lasers, η πολυκάμερη κάλυψη και τα συγχρονισμένα φωτεινά βραχιολάκια που φορούσαν οι θεατές είχαν έναν σαφή στόχο: να εξαφανίσουν, όσο αυτό είναι τεχνικά δυνατό, την απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και στην τελευταία σειρά του σταδίου. Έτσι, ακόμη και το κοινό μετατράπηκε οπτικά σε μέρος της παράστασης και οι κερκίδες έγιναν κομμάτι μιας σκηνογραφίας που αγκάλιαζε ολόκληρο το ΟΑΚΑ.
Για το συνολικό κόστος της παραγωγής έχουν δημοσιευθεί διαφορετικά ποσά, χωρίς να υπάρχει μέχρι στιγμής μία επίσημη τελική αποτίμηση που να επιτρέπει ασφαλή αριθμητική αναφορά. Το μέγεθος, ωστόσο, δεν χρειάζεται υπερβολές για να περιγραφεί· αρκούν οι άνθρωποι, η τεχνολογία και η υποδομή που επιστρατεύθηκαν για μία μόνο βραδιά.
Από τον Argy και την Orianthi σε μια συνάντηση με τον χρόνο

Το pre-show ανέλαβε ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας DJ και παραγωγός Argy, ενώ στη συναυλία συμμετείχε και η Ελληνοαυστραλή κιθαρίστρια Orianthi, η οποία είχε επιλεγεί από τον Michael Jackson για το «This Is It».
Ανάμεσα όμως στις πλέον ευρηματικές στιγμές της παραγωγής ήταν εκείνη που δεν προσπάθησε να εντυπωσιάσει με το μέγεθος, αλλά με τον χρόνο. Με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, η σημερινή Άννα Βίσση βρέθηκε να «συνομιλεί» με τη νεότερη εκδοχή του εαυτού της, η οποία τη ρώτησε σε ποια χρονιά βρίσκεται και, όταν άκουσε «2026», ακολούθησε η απλή ερώτηση: «Και ακόμη τραγουδάς;».
Μέσα σε αυτή τη μικρή φράση χωρούσε σχεδόν ολόκληρη η ουσία της βραδιάς. Γιατί το πραγματικά εντυπωσιακό δεν ήταν μόνο πόσοι άνθρωποι βρίσκονταν στο ΟΑΚΑ, αλλά πόσα χρόνια χρειάστηκαν για να φτάσει μια καλλιτέχνιδα μέχρι τη στιγμή που, έπειτα από μια διαδρομή δεκαετιών, μπορεί ακόμη να γεμίζει ένα Ολυμπιακό Στάδιο.
Όταν άναψαν τα φώτα
Η Βίσση εμφανίστηκε από ψηλά μέσα σε κυκλική κατασκευή και κατέβηκε προς το κέντρο του σταδίου, ανοίγοντας το μουσικό μέρος με το «Αιγαίο». Από εκεί ξεκίνησε ένα πρόγραμμα που πλησίασε τις τέσσερις ώρες και διέτρεξε διαφορετικές εποχές της καριέρας της, επιβεβαιώνοντας παράλληλα πόσο μεγάλο μέρος αυτής της σχέσης με το κοινό έχει χτιστεί πάνω στη μνήμη.
Ακόμη και η βροχή μπήκε απρόσκλητη στην ιστορία της βραδιάς, προκαλώντας μια σύντομη διακοπή προκειμένου να απομακρυνθούν νερά από τη σκηνή. Οι δεκάδες χιλιάδες θεατές, ωστόσο, παρέμειναν στις θέσεις τους περιμένοντας τη συνέχεια, ενώ μία από τις πιο φορτισμένες στιγμές ήρθε με την αναφορά στον Γιώργο Μαζωνάκη και την αφιέρωση του «Τρένου» στη μνήμη του.
Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα μιας τεράστιας συναυλίας. Δεν εξηγούν όμως πλήρως το φαινόμενο.

Τι μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος εκείνη τη στιγμή;
Αυτό είναι το ερώτημα που μένει όταν σβήσουν οι προβολείς και οι αριθμοί πάψουν να εντυπωσιάζουν. Πώς επεξεργάζεται ένας άνθρωπος την πληροφορία ότι περισσότεροι από 90.000 άλλοι άνθρωποι βρίσκονται στο ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, επειδή περιμένουν εκείνον;
Από την πλευρά του κοινού, η εικόνα είναι σχετικά απλή. Βλέπει την Άννα Βίσση, το όνομα, τα τραγούδια, τη δημόσια εικόνα και τελικά τον μύθο που έχει δημιουργήσει ο χρόνος γύρω από έναν καλλιτέχνη. Από την άλλη πλευρά της σκηνής, όμως, υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα, να ελέγξει την αναπνοή του, να συγκεντρωθεί στην πρώτη νότα και να διαχειριστεί το βάρος μιας προσδοκίας που, όταν αφορά ένα ολόκληρο στάδιο, δύσκολα μπορεί να περιγραφεί.
Σε αυτή τη στιγμή μπορεί να βρίσκεται και η πραγματική εξήγηση της βραδιάς του ΟΑΚΑ. Όχι στο πόσο ψηλά βρισκόταν η κατασκευή από την οποία εμφανίστηκε, ούτε στο πόσα φώτα, lasers ή τετραγωνικά μέτρα οθονών χρησιμοποιήθηκαν, αλλά στη διαδρομή που προηγήθηκε για να αποκτήσει αυτή η είσοδος το συγκεκριμένο βάρος.
Δεν χρειάζεται να αγαπά κανείς την Άννα Βίσση για να αναγνωρίσει αυτό το γεγονός. Το προσωπικό γούστο επιτρέπει στον καθένα να απορρίπτει μια φωνή, ένα τραγούδι, μια αισθητική ή ακόμη και μια ολόκληρη μουσική εποχή. Το πολιτιστικό αποτύπωμα, όμως, κρίνεται και από άλλες παραμέτρους: από τη διάρκεια, την αντοχή, την ικανότητα ενός καλλιτέχνη να συνομιλεί με διαφορετικές γενιές και, κυρίως, από μια σχέση με το κοινό που δεν εξαντλείται σε μία πρόσκαιρη επιτυχία.
Γι’ αυτό και η σημαντικότερη εικόνα αυτής της συναυλίας μπορεί να μην είναι τελικά εκείνη που είδαν περισσότεροι από 90.000 άνθρωποι, αλλά εκείνη που οι περισσότεροι δεν θα δουν ποτέ: η Άννα Βίσση λίγα δευτερόλεπτα πριν βγει στη σκηνή, έχοντας πίσω της σχεδόν μισό αιώνα διαδρομής και μπροστά της ένα Ολυμπιακό Στάδιο που περιμένει.
Ανάμεσα στα δύο υπήρχαν μόνο μερικά βήματα.
Η σιωπή πίσω της, η κραυγή μπροστά της και μια ολόκληρη ζωή μέχρι να φτάσει από τη μία στην άλλη…



