Πίσω στα άρθρα My Favorites

Γιατί θεωρώ το «Γιατί ρε πατέρα;» την καλύτερη ελληνική σειρά της σεζόν

Το «Γιατί ρε πατέρα;» είναι μια ελληνική κωμωδία που καταφέρνει κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο: να χρησιμοποιεί το χιούμορ για να υπηρετήσει την ιστορία και όχι το αντίστροφο. Με ένα πολυπρόσωπο καστ, ένα μυστήριο γύρω από τρία εκατομμύρια ευρώ και έναν ρυθμό που λειτουργεί ιδιαίτερα καλά στο Netflix, η σειρά αποδεικνύεται πολύ περισσότερο από μια απλή τηλεοπτική κωμωδία.

Μια ελληνική κωμωδία που έχει πραγματικά ιστορία να αφηγηθεί

Το «Γιατί ρε πατέρα;» έχει ένα προσόν που η ελληνική τηλεοπτική κωμωδία είχε αρχίσει επικίνδυνα να χάνει: δεν προσπαθεί απλώς να είναι αστεία. Έχει ιστορία να αφηγηθεί.

Ακούγεται αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Εδώ και αρκετά χρόνια βλέπουμε κωμωδίες να στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε έναν αναγνωρίσιμο πρωταγωνιστή, σε μια ατάκα που περιμένει να γίνει viral ή σε χαρακτήρες γραμμένους εξαρχής ως καρικατούρες.

Στο «Γιατί ρε πατέρα;» συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Το χιούμορ υπηρετεί την πλοκή και η πλοκή τροφοδοτεί το χιούμορ. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο βασικός λόγος που η σειρά αντέχει όχι μόνο στο εβδομαδιαίο τηλεοπτικό ραντεβού για το οποίο δημιουργήθηκε, αλλά και στη σαφώς πιο απαιτητική δοκιμασία του Netflix: το ένα επεισόδιο μετά το άλλο.

Η ιστορία με τα τρία εκατομμύρια ευρώ

Η αφετηρία της ιστορίας είναι αρκετά απλή ώστε να εξηγείται σε λίγες γραμμές και αρκετά ευφυής ώστε να μπορεί να γεννήσει δεκάδες επεισόδια.

Ο Λευτέρης Τσατσάνης, άνθρωπος της νύχτας με ένα παρελθόν που μόνο υποδειγματικό δεν θα το έλεγες, πεθαίνει και αφήνει πίσω του τρία παιδιά από διαφορετικούς γάμους, τα οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσαν το ένα την ύπαρξη του άλλου.

Μαζί τους αφήνει ένα κομμωτήριο, ένα κουβάρι από ψέματα και χαμένες βαλίτσες με τρία εκατομμύρια ευρώ.

Από εκεί και πέρα ο ταλαντούχος Αντώνης Ανδρής δεν γράφει απλώς μια ιστορία αναζήτησης των χρημάτων. Κατασκευάζει έναν μηχανισμό παρεξηγήσεων, συμμαχιών, καχυποψίας και συνεχών ανατροπών, στον οποίο σχεδόν κάθε χαρακτήρας έχει λόγο ύπαρξης.

Το σενάριο του Αντώνη Ανδρή είναι το μεγάλο ατού

Και αυτή είναι η σημαντικότερη αρετή του σεναρίου: οι ήρωες δεν περιμένουν τη σειρά τους για να πουν μια αστεία ατάκα.

Οι χαρακτήρες δεν υπάρχουν μόνο για να λένε αστείες ατάκες

Έχουν επιθυμίες, αδυναμίες, συμφέροντα, φόβους και μυστικά.

Γι’ αυτό και η κωμωδία προκύπτει πολύ συχνά από τη μεταξύ τους σύγκρουση και όχι από το γνωστό τηλεοπτικό «στήσιμο» ενός αστείου.

Αυτό μπορεί να μοιάζει μικρή διαφορά, στην πραγματικότητα όμως είναι τεράστια. Όταν οι χαρακτήρες έχουν δική τους ζωή και δικές τους επιδιώξεις, το χιούμορ δεν χρειάζεται να επιβληθεί στη σκηνή. Προκύπτει φυσικά από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Η σκηνοθεσία του Γιάννη Παπαδάκου δίνει κινηματογραφικό ρυθμό

Η σκηνοθεσία του Γιάννη Παπαδάκου αντιλαμβάνεται ακριβώς αυτή την ανάγκη.

Δεν αντιμετωπίζει το «Γιατί ρε πατέρα;» σαν μια συμβατική ελληνική κωμωδία εσωτερικών χώρων, όπου η κάμερα καταγράφει απλώς τον διάλογο.

Υπάρχει κίνηση, μοντάζ, δράση, μια περισσότερο κινηματογραφική αντίληψη της εικόνας και, κυρίως, ρυθμός.

Κωμωδία, αστυνομική πλοκή και μαύρο χιούμορ

Η σειρά δανείζεται στοιχεία από την αστυνομική κωμωδία, την περιπέτεια και το μαύρο χιούμορ χωρίς να εγκλωβίζεται απολύτως σε κανένα από αυτά.

Εδώ, βέβαια, βρίσκεται και ένας από τους κινδύνους της.

Η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό, στο αστυνομικό και στο σχεδόν γκροτέσκο δεν είναι πάντοτε εύκολη.

Υπάρχουν στιγμές που η υπερβολή δοκιμάζει τα όριά της και άλλες στις οποίες η αφήγηση θα κέρδιζε από μεγαλύτερη οικονομία.

Τα 42 επεισόδια και το πρόβλημα του ρυθμού

Σαράντα δύο επεισόδια είναι πολλά για μια ιστορία που βασίζεται σε ένα κεντρικό μυστήριο και είναι σχεδόν αναπόφευκτο ο ρυθμός να μην παραμένει παντού ο ίδιος.

Παραδόξως, όμως, το «Γιατί ρε πατέρα;» επιβιώνει ακόμη και από αυτές τις αδυναμίες του.

Και το οφείλει σε μεγάλο βαθμό στους χαρακτήρες και στο εξαιρετικά λειτουργικό ensemble των ηθοποιών του.

Το καστ λειτουργεί ως πραγματικό ensemble

Ο Μιχάλης Λεβεντογιάννης, η Κωνσταντίνα Μιχαήλ, η Νίκη Λάμη, ο Θάνος Μπίρκος, ο Μιχάλης Μιχαλακίδης, η Θεανώ Κλάδη, ο Κωνσταντίνος Λιάρος, ο Ηλίας Βαλάσης και οι υπόλοιποι ηθοποιοί δεν μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια σειρά που έχει έναν πρωταγωνιστή και έναν περίγυρο.

Το πραγματικό πλεονέκτημα του καστ είναι η συλλογική του λειτουργία.

Άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, δημιουργούν έναν μικρό παράλογο κόσμο στον οποίο ακόμη και ένας δευτερεύων χαρακτήρας μπορεί να αποκτήσει βάρος μέσα σε μία σκηνή.

Οι ηθοποιοί παίζουν τους χαρακτήρες και όχι το αστείο

Και εδώ βρίσκεται κάτι που θεωρώ καθοριστικό για μια καλή κωμωδία: οι ηθοποιοί δεν φαίνονται να αγωνίζονται να αποδείξουν ότι είναι αστείοι.

Παίζουν τους χαρακτήρες τους σοβαρά.

Αφήνουν το παράλογο της κατάστασης να παράγει το γέλιο.

Η διαφορά είναι τεράστια.

Γιατί το «Γιατί ρε πατέρα;» λειτουργεί τόσο καλά στο Netflix

Το ενδιαφέρον είναι ότι ίσως το «Γιατί ρε πατέρα;» βρήκε στο Netflix το περιβάλλον μέσα στο οποίο φαίνονται καθαρότερα τα προτερήματά του.

Η θέαση χωρίς την απόσταση μιας εβδομάδας ανάμεσα στα επεισόδια αναδεικνύει τη συνέχεια της πλοκής, τις μικρές εκκρεμότητες, τα cliffhangers και την ακρίβεια με την οποία ο ένας χαρακτήρας μπλέκεται στην ιστορία του άλλου.

Μια σειρά φτιαγμένη για την ελεύθερη τηλεόραση αποδεικνύεται απροσδόκητα αποτελεσματική στο binge watching.

Δεν είναι άψογη σειρά – και αυτό είναι μέρος της κριτικής

Δεν ισχυρίζομαι ότι πρόκειται για άψογη τηλεόραση.

Δεν είναι.

Θα μπορούσε να είναι συντομότερη, σε ορισμένα σημεία πιο πειθαρχημένη και λιγότερο πρόθυμη να εξαντλήσει ένα κωμικό εύρημα.

Αυτές όμως είναι παρατηρήσεις πάνω σε μια σειρά που διαθέτει εξαρχής κάτι για να κρίνεις: ταυτότητα.

Γιατί με κέρδισε το «Γιατί ρε πατέρα;»

Και αυτό τελικά είναι που με κέρδισε.

Σε μια εποχή μεγάλης ελληνικής μυθοπλασίας, με ακριβές παραγωγές και δραματικές σειρές υψηλών απαιτήσεων, το «Γιατί ρε πατέρα;» υπενθύμισε ότι η καλή κωμωδία δεν είναι το εύκολο ή το ελαφρύ είδος.

Χρειάζεται ακρίβεια, ρυθμό, σωστό timing, χαρακτήρες και ένα σενάριο που να ξέρει κάθε στιγμή πού θέλει να πάει.

Θα υπάρξει season 2;

Γι’ αυτό, έχοντας πλέον δει τη σειρά ολοκληρωμένη, δεν τη θεωρώ απλώς μια ευχάριστη έκπληξη της χρονιάς.

Τη θεωρώ την καλύτερη ελληνική σειρά της σεζόν.

Και ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της είναι ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να προσποιηθεί κάτι σημαντικότερο από αυτό που είναι για να το πετύχει!

ΑΝΤ1, περιμένουμε άμεσα το season 2!!!