«Του αγοριού απέναντι»: Όταν η νοσταλγία αποκτά παρόν
↗ Μοιράσου το
«Του αγοριού απέναντι»: Η νοσταλγία της δεκαετίας του ’60 συναντά το σύγχρονο μουσικό θέατρο.
Το «Του αγοριού απέναντι» των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου μεταφέρει στη σκηνή τη νοσταλγία για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, χωρίς να μένει στην εύκολη αναπαράσταση μιας περασμένης εποχής. Με τη Ναταλία Δραγούμη, τον Αλέξη Γεωργούλη και ένα πολυπρόσωπο καστ, ζωντανή μουσική, τραγούδια του Μίμη Πλέσσα και εντυπωσιακές σκηνικές εικόνες, η παράσταση συνδυάζει κωμωδία, έρωτα και μουσικό θέατρο σε μια μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή.
Όταν η νοσταλγία γίνεται ζωντανό θέατρο
Η νοσταλγία είναι ίσως το ευκολότερο μέσο για να συγκινήσεις ένα κοινό και συγχρόνως ένα από τα δυσκολότερα υλικά για να δημιουργήσεις πραγματικό θέατρο. Αρκούν μερικές γνώριμες μελωδίες, τα σωστά χρώματα, μια αναφορά στη δεκαετία του ’60 και η μνήμη είναι έτοιμη να αναλάβει τα υπόλοιπα.
Το «Του αγοριού απέναντι», όμως, δεν επαναπαύεται σε αυτή την ασφαλή διαδρομή. Παίρνει έναν κόσμο που θα μπορούσε εύκολα να παραμείνει καρτ ποστάλ και τον μετατρέπει σε μια μεγάλη, πολυπρόσωπη μουσικοθεατρική παράσταση, γεμάτη ρυθμό, χιούμορ και ζωή.
Μια Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 με έρωτες και αντιφάσεις
Ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου γνωρίζουν καλά τη διαφορά ανάμεσα στην αναπόληση και τη σκηνική αναβίωση. Τοποθετούν την ιστορία τους σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί στα μέσα της δεκαετίας του ’60, εκεί όπου οι κρυφές επιθυμίες, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι έρωτες και οι μικρές φιλοδοξίες των ανθρώπων συναντιούνται κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο.
Οι δύο δημιουργοί έχουν άλλωστε μακρά σχέση με την ελληνική κωμωδία, όπως φαίνεται και από την πρόσφατη παράσταση «Όχι Άλλο Κάρβουνο» των Ρέππα – Παπαθανασίου, όπου επιστρέφουν στη σατιρική πλευρά της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Δεν επιχειρούν να εξιδανικεύσουν την εποχή ούτε να τη μεταχειριστούν ως ένα απλό αισθητικό ντεκόρ. Την πλησιάζουν μέσα από τους χαρακτήρες και τις αντιφάσεις τους, γνωρίζοντας ότι η κωμωδία γεννιέται συχνά από όσα οι άνθρωποι θέλουν να κρύψουν περισσότερο.
Ρυθμός, παρεξηγήσεις και καλοδουλεμένες ατάκες
Το κείμενο διαθέτει γρήγορο βηματισμό, καλοδουλεμένες ατάκες και εκείνη τη γνώριμη ικανότητα των δύο συγγραφέων να δημιουργούν ήρωες που αναγνωρίζεις χωρίς να γίνονται στερεότυπα.
Οι παρεξηγήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, οι ισορροπίες μεταβάλλονται και η ιστορία προχωρά χωρίς να χάνει το νήμα της μέσα στο μέγεθος της παραγωγής.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί στο «Του αγοριού απέναντι» συμβαίνουν πολλά: πρόζα, μουσική, τραγούδι, χορός, διαρκείς σκηνικές εναλλαγές. Ο κίνδυνος να υπερισχύσει το θέαμα της ιστορίας είναι υπαρκτός. Η παράσταση, ωστόσο, καταφέρνει να διατηρήσει στο κέντρο της τους ανθρώπους.
Ναταλία Δραγούμη και Αλέξης Γεωργούλης: ο βασικός δραματουργικός άξονας
Η Ναταλία Δραγούμη και ο Αλέξης Γεωργούλης αποτελούν τον βασικό δραματουργικό άξονα.
Η Ναταλία Δραγούμη ως Κάρολιν
Ως Κάρολιν, η Δραγούμη διαθέτει τη σκηνική επιβολή που απαιτεί μια γυναίκα η οποία φτάνει στο νησί αποφασισμένη να ανατρέψει τις υπάρχουσες ισορροπίες.
Δεν επενδύει μόνο στη λάμψη ή στον δυναμισμό της ηρωίδας της. Αφήνει να φανούν οι επιθυμίες και οι αντιφάσεις πίσω από τη βεβαιότητά της και επιτρέπει στον χαρακτήρα να αποκτήσει ανθρώπινο βάθος. Η παρουσία της οργανώνει τον χώρο γύρω της και προσφέρει στην παράσταση ένα σταθερό κέντρο.
Ο Αλέξης Γεωργούλης ως Δημήτρης
Ο Αλέξης Γεωργούλης επιλέγει για τον Δημήτρη μια περισσότερο εσωτερική και φυσική διαδρομή. Δεν πιέζει την κωμικότητα, δεν κυνηγά την ατάκα και δεν προσπαθεί να επιβληθεί στους συμπαίκτες του.
Αφήνει τον ρόλο να αναπτυχθεί μέσα από τις σχέσεις και τις περιστάσεις. Η χημεία του με τη Ναταλία Δραγούμη δεν εξαντλείται στην εικόνα ενός ελκυστικού πρωταγωνιστικού ζευγαριού· δημιουργεί την αναγκαία ένταση πάνω στην οποία στηρίζεται η εξέλιξη της ιστορίας.
Το καστ δίνει ζωή στην παράσταση
Γύρω τους αναπτύσσεται ένα σύνολο ηθοποιών που δεν λειτουργεί ως συνοδεία των δύο πρωταγωνιστών, αλλά ως ενεργός μηχανισμός της παράστασης.
Ο Γιάννης Τσιμιτσέλης διαθέτει την άνεση και τον χρόνο που απαιτεί η κωμωδία, ενώ η Κατερίνα Γερονικολού υπερασπίζεται την Ελένη με καθαρότητα και προσωπικότητα, χωρίς να αφήνει τον χαρακτήρα να χαθεί μέσα στις εντονότερες κωμικές εξάρσεις του έργου.
Μαζί δημιουργούν έναν δεύτερο ισχυρό πόλο, απαραίτητο για την ισορροπία της ιστορίας.
Κατερίνα Ζαρίφη: μια ευχάριστη έκπληξη
Η Κατερίνα Ζαρίφη αποτελεί μία από τις ευχάριστες εκπλήξεις της βραδιάς.
Παρότι το κοινό την έχει γνωρίσει κυρίως μέσα από το ραδιόφωνο και την τηλεοπτική παρουσίαση, επάνω στη σκηνή αποδεσμεύεται από τη δημόσια εικόνα της. Ακούει τους συμπαίκτες της, υπηρετεί τον ρυθμό και ξέρει πώς να παραδώσει μια ατάκα χωρίς να την επιβαρύνει.
Το κοινό γελά και την αποθεώνει όχι επειδή αναγνωρίζει ένα αγαπητό τηλεοπτικό πρόσωπο, αλλά επειδή η ίδια κερδίζει αυτή την αντίδραση μέσα από τον ρόλο της.
Λευτέρης Ελευθερίου και Κατερίνα Ζαρίφη: ένα δυνατό κωμικό δίδυμο
Η συνύπαρξή της με τον Λευτέρη Ελευθερίου δημιουργεί ένα εξαιρετικό κωμικό δίδυμο.
Ο Ελευθερίου ανήκει στους ηθοποιούς που δεν παίζουν μόνο με τη φωνή και το πρόσωπο, αλλά με ολόκληρο το σώμα τους. Μια αλλαγή στο βλέμμα, μια γκριμάτσα, ο τρόπος που θα κινηθεί ή θα περιμένει πριν απαντήσει αρκούν για να παράγουν γέλιο.
Η ακρίβεια με την οποία χειρίζεται αυτά τα εκφραστικά μέσα κάνει την κωμωδία του να μοιάζει αυθόρμητη, ενώ στην πραγματικότητα είναι πολύ καλά μετρημένη.
Η Νίκη Λάμη ξεχωρίζει στη σκηνή
Η Νίκη Λάμη επιβεβαιώνει ότι έχει αποκτήσει πλέον ξεχωριστή σκηνική ταυτότητα.
Η ομορφιά και η φρεσκάδα της είναι τα πρώτα στοιχεία που αντιλαμβάνεται κανείς, όχι όμως εκείνα που τελικά καθορίζουν την παρουσία της. Έχει σιγουριά, δυναμισμό και ουσιαστική αίσθηση της κωμικής ατάκας.
Ξέρει πώς να μετακινήσει μια λέξη ή έναν τονισμό ώστε να ενισχύσει το αποτέλεσμα, χωρίς να καταφεύγει στην υπερβολή. Υπάρχει, μάλιστα, κάτι ιδιαιτέρως γοητευτικό στην αυτοπεποίθησή της: μοιάζει να γνωρίζει ότι μαγνητίζει τα βλέμματα και να απολαμβάνει δημιουργικά αυτή τη σχέση με το κοινό.
Από τη φωνή στην υποκριτική
Η Σοφία Κουρτίδου δεν περιορίζεται στις αναγνωρισμένες φωνητικές της δυνατότητες. Εντάσσεται οργανικά στον κόσμο του έργου και αποδεικνύει ότι μπορεί να κινηθεί με άνεση ανάμεσα στο τραγούδι και την υποκριτική.
Η Μαρία Φιλίππου και η Χριστίνα Τσάφου αξιοποιούν την πείρα τους στους ρόλους των δύο μανάδων, προσδίδοντας στους χαρακτήρες κάτι περισσότερο από την αναμενόμενη κωμική λειτουργία.
Ο Μανώλης Κλωνάρης και η Φαίη Φραγκυλιώτη συμπληρώνουν ουσιαστικά ένα σύνολο στο οποίο ακόμη και οι μικρότερες διαδρομές έχουν σαφή θέση και σκοπό.
Γιώργος Λιβάνης: όταν ο τραγουδιστής γίνεται μέρος της ιστορίας
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Γιώργο Λιβάνη.
Η συμμετοχή ενός αναγνωρισμένου τραγουδιστή σε ένα μιούζικαλ ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο να μοιάζει με ένθετη μουσική εμφάνιση. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο.
Ο Λιβάνης ενσωματώνεται στο καστ με σεβασμό και γενναιοδωρία, συνομιλεί υποκριτικά με τους υπόλοιπους και προσεγγίζει τον ρόλο του με τρυφερότητα, χωρίς να χρησιμοποιεί το τραγούδι ως ασφαλές καταφύγιο.
Όταν, όμως, έρχεται η στιγμή να τραγουδήσει, η φωνή του αναδεικνύει τις μελωδίες του Μίμη Πλέσσα με καθαρό συναίσθημα και μέτρο. Δεν επιδεικνύει απλώς τις δυνατότητές του· υπηρετεί τα τραγούδια.
Η μουσική του Μίμη Πλέσσα είναι η μεγάλη δύναμη της παράστασης
Και τα τραγούδια είναι η μεγάλη, αθέατη πρωταγωνιστική δύναμη της παράστασης.
Η μουσική του Μίμη Πλέσσα δεν χρησιμοποιείται ως εύκολος μηχανισμός συγκίνησης, αλλά ως δραματουργικό υλικό που συνδέει τις σκηνές, την εποχή και τους ανθρώπους.
Η ζωντανή ορχήστρα προσφέρει στη βραδιά παλμό που καμία ηχογράφηση δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει, ενώ οι χορογραφίες και οι είκοσι χορευτές μετατρέπουν τη σκηνή του Άλσους σε έναν διαρκώς κινούμενο κόσμο.
Αυτή η σύνδεση θεάτρου και ζωντανής μουσικής έχει εμφανιστεί και σε άλλες παραγωγές που έχουν φιλοξενηθεί στο Makattack, όπως η «ASTORIA» στο Θέατρο Παλλάς, μια μουσική παράσταση που χρησιμοποιεί τη ζωντανή ορχήστρα και το τραγούδι ως οργανικό μέρος της αφήγησης.
Αντίστοιχα, η σχέση της σύγχρονης ελληνικής μουσικής με διαφορετικές παραδόσεις βρίσκεται στο επίκεντρο και του live album του Μίνωα Μάτσα από το Ηρώδειο, όπου το ελληνικό ρεμπέτικο συναντά το fado, το tango και τα blues.
Σκηνικά και 3D videos: μια σκηνή που αλλάζει συνεχώς
Τα σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη και τα 3D videos του Χρήστου Μαγγανά δεν λειτουργούν απλώς ως εντυπωσιακό τεχνολογικό περίβλημα.
Διευρύνουν τον πραγματικό χώρο της σκηνής, δημιουργούν προοπτική και επιτρέπουν στο νησί να αλλάζει όψη μαζί με την ιστορία.
Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τη θεατρική σύμβαση· συνεργάζεται μαζί της. Το αποτέλεσμα είναι πλούσιο, φωτεινό και θεαματικό, χωρίς να στερεί από τους ηθοποιούς την πρωτοκαθεδρία.
«Του αγοριού απέναντι»: μια παράσταση που αφήνει κάτι περισσότερο από εικόνες
Το «Του αγοριού απέναντι» είναι αναμφίβολα μια υπερπαραγωγή. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.
Πίσω από το μέγεθος, τα κοστούμια, τις εικόνες, τη ζωντανή μουσική και τα χορευτικά υπάρχει ένα κείμενο που γνωρίζει το κοινό του και μια ομάδα που υπηρετεί με συνέπεια τον ίδιο κόσμο.
Δεν έφυγα από το θέατρο εντυπωσιασμένος μόνο από όσα είδα. Έφυγα έχοντας περάσει πραγματικά καλά και συνέχισα να μιλώ για την παράσταση στον δρόμο της επιστροφής.
Για μένα, αυτό είναι το θεατρικό γεγονός του καλοκαιριού.

