Πίσω στο 2005, ο Αμερικανός οικονομολόγος Φρεντ Μπέργκστεν εισήγαγε τον όρο «Group of 2» ή «G2», προτείνοντας μια στενότερη συμμαχία ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη – τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Λίγα χρόνια αργότερα, στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οικονομική σύμπραξη των δύο αυτών κρατών φάνηκε στιγμιαία να επιβεβαιώνει την επιτυχία των προσπαθειών για την ενσωμάτωση της Κίνας σε μια φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε κανόνες.
Φυσικά, αυτό το άτυπο G2 δεν είχε σκοπό να αντικαταστήσει το ευρύτερο και θεσμοθετημένο G20, αλλά μάλλον να το ενισχύσει. Στηρίζοντας την καθολική απάντηση του G20 στην οικονομική κρίση, οι ΗΠΑ εφάρμοσαν τότε ένα αρχικό πακέτο δημοσιονομικής τόνωσης ύψους 787 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η Κίνα προχώρησε σε δική της ένεση ρευστότητας ύψους 586 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτή η συντονισμένη κίνηση απέτρεψε μια πολύ μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική καταστροφή.
Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ σηματοδοτεί τη γέννηση ενός εντελώς διαφορετικού G2. Αν και ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι οι δύο χώρες κατέληξαν σε «φανταστικές εμπορικές συμφωνίες», όσοι περίμεναν συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τους δασμούς, τις σπάνιες γαίες ή το Ιράν έμειναν με την όρεξη.
Ό,τι κι αν ειπώθηκε κεκλεισμένων των θυρών, η συνεργασία ΗΠΑ-Κίνας δεν συνεπάγεται πλέον αυτόματα θετικές επιπτώσεις για την παγκόσμια κοινότητα. Αντίθετα, το G2 φαίνεται στην καλύτερη περίπτωση να λειτουργεί ως μια ιδιωτική συμφωνία μεταξύ δύο υπερδυνάμεων, η οποία μετακυλίει κρυφά κόστη σε όσους βρίσκονται εκτός του κάδρου.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιφέρει μια ξεκάθαρη στροφή στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τα οικονομικά τους συμφέροντα: αυτά δεν βασίζονται πλέον σε κοινές φιλελεύθερες αξίες, αλλά στη διαμόρφωση σφαιρών επιρροής μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ και η Κίνα μπορούν να συνεργαστούν, αλλά τι είδους παγκόσμια τάξη θα γεννήσει αυτή η συνεργασία.
Η επιστροφή στην πολιτική των «μπλοκ» του παρελθόντος
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Δυτικό μπλοκ (υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και κρατών της Δυτικής Ευρώπης) ήταν ενωμένο γύρω από τη δέσμευση για μια κεϋνσιανή παγκόσμια τάξη (μέσω του συστήματος Μπρέτον Γουντς), η οποία επιδίωκε το ελεύθερο εμπόριο αγαθών, διασφαλίζοντας παράλληλα την εθνική οικονομική αυτονομία.
Στον αντίποδα, το Ανατολικό μπλοκ (υπό την καθοδήγηση της Σοβιετικής Ένωσης) οργάνωσε το εμπόριο μέσω του Συμβουλίου Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας (Comecon), πραγματοποιώντας ανταλλαγές προϊόντων μέσω κεντρικά σχεδιασμένων κρατικών συμφωνιών (αντιπραγματισμός) αντί για μετρητά.
Η ειρωνεία σήμερα είναι ότι η ατζέντα των Τραμπ και Σι μοιάζει περισσότερο με την προσέγγιση του παλιού Ανατολικού μπλοκ.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σαφέστερη ένδειξη ότι το G2 λειτουργεί αυτόνομα από το G20 ή από την ευρύτερη διεθνή νομιμότητα δεν είναι το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο συνομιλούν. Είναι το εύρος των ζητημάτων που βρίσκονται υπό διαχείριση, συνδέοντας άσχετα μεταξύ τους θέματα, όπως οι δασμολογικές ελαφρύνσεις, οι παραγγελίες αεροσκαφών, η πρόσβαση σε σπάνιες γαίες, οι περιορισμοί στα μικροτσίπ, η Ταϊβάν και το Ιράν.
Αν και είναι λογικό οι δύο χώρες να θέλουν να συντονίσουν τις πολιτικές τους σε αυτά τα μέτωπα, συνολικά δείχνουν προς μια νέα παγκόσμια τάξη όπου δύο υπερδυνάμεις κινούν αποκλειστικά τα νήματα για το δικό τους όφελος.
Το γεωπολιτικό σκάκι: Μικροτσίπ και σπάνιες γαίες
Τα προηγμένα τσιπ και οι σπάνιες γαίες αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Το Πεκίνο απαιτεί πρόσβαση στους εξελιγμένους ημιαγωγούς που είναι απαραίτητοι για να κυριαρχήσει στην κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον «καίγεται» για σπάνιες γαίες και κρίσιμα μέταλλα, καθώς η κλιμακούμενη σύγκρουση με το Ιράν έχει εξαντλήσει τα αμερικανικά αποθέματα σε πυραύλους, drones, συστήματα αεράμυνας και άλλες στρατιωτικές τεχνολογίες αιχμής.
Αν αυτά τα δύο πεδία ανταλλαχθούν μεταξύ τους, τότε η σύνοδος δεν αφορούσε την οικονομική απελευθέρωση. Αφορούσε το αν οι στρατηγικές τεχνολογίες θα παραμείνουν ζήτημα εθνικής ασφάλειας ή αν θα μετατραπούν σε απλά διαπραγματευτικά χαρτιά σε μια διμερή συμφωνία.
Μια στρατιά από κορυφαίους μάνατζερ
Η σύνθεση της επιχειρηματικής αποστολής που συνόδευσε τον Τραμπ σε αυτό το ταξίδι επιβεβαιώνει την παραπάνω λογική.
Η παρουσία κορυφαίων στελεχών όπως ο Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia, ο Τιμ Κουκ της Apple, καθώς και ο δισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης των Tesla και SpaceX, Έλον Μασκ (μαζί με στελέχη των Qualcomm, Citigroup και Boeing), έδωσε στη σύνοδο τον χαρακτήρα καθαρά εμπορικής διαπραγμάτευσης.
Οι συμφωνίες που αναφέρθηκαν για παραγγελίες αεροσκαφών, αγορές αγροτικών προϊόντων και εταιρική πρόσβαση στις αγορές μπορεί να παρουσιαστούν ως σημάδια οικονομικής εξομάλυνσης.
Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο αν οι αμερικανικές εταιρείες θα κερδίσουν έδαφος, αλλά αν αυτές οι εμπορικές νίκες βοηθούν στη σταθεροποίηση ενός παζαριού μεταξύ υπερδυνάμεων, το γεωπολιτικό κόστος του οποίου θα πληρώσουν άλλοι.
Οποιοδήποτε deal επιτευχθεί τελικά για τους δασμούς θα έχει προφανώς τεράστιο αντίκτυπο στις αγορές. Όμως η ίδια η συμφωνία ίσως έχει μικρότερη σημασία από τις εντυπώσεις, επιτρέποντας στον Τραμπ να πιστωθεί μια επικοινωνιακή επιχειρηματική νίκη. Αυτό μπορεί να ηρεμήσει προσωρινά τις αγορές, αλλά μακροπρόθεσμα υπογραμμίζει την υποχώρηση από ένα πολυμερές σύστημα εμπορίου που βασίζεται σε κανόνες.
Προειδοποίηση για την Ταϊβάν, «σιωπή» για το Ιράν
Το ακανθώδες ζήτημα της Ταϊβάν κυριάρχησε στη σύνοδο. Ο Σι Τζινπίνγκ απηύθυνε μια ασυνήθιστα σκληρή και άμεση προειδοποίηση προς τον Τραμπ, τονίζοντας πως αν το θέμα δεν αντιμετωπιστεί σωστά, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε «ρήξη, ακόμα και σε συγκρούσεις».
Σε γενικές γραμμές, ο κίνδυνος δεν είναι απαραίτητα μια επίσημη υποχώρηση των ΗΠΑ στο θέμα της Ταϊβάν. Είναι η πιθανότητα η Ταϊβάν και άλλοι περιφερειακοί παίκτες να επωμιστούν τις παράπλευρες απώλειες μιας παρασκηνιακής συμφωνίας. Αν η Ταϊβάν μετατραπεί σε μία ακόμη μεταβλητή σε μια ευρύτερη διαπραγμάτευση, το τίμημα της συνεργασίας ΗΠΑ-Κίνας θα πέσει στις πλάτες όσων δεν βρίσκονταν καν στην αίθουσα των συνομιλιών.
Η ίδια ακριβώς λογική ισχύει για το Ιράν και το πετρέλαιο. Αν ο Τραμπ πίεσε τον Σι να χρησιμοποιήσει την επιρροή της Κίνας στην Τεχεράνη, δεν ζητά απλώς διπλωματική χείρα βοηθείας. Αντιμετωπίζει το Πεκίνο ως συν-ηγεμόνα σε ένα παιχνίδι ισχύος, το οποίο εξασφαλίζει τη σταθερότητα για τους δύο παίκτες (ΗΠΑ-Κίνα) και την απομόνωση για τους υπόλοιπους.
Αυτού του είδους το G2 μπορεί να υπονομεύσει το παγκόσμιο κοινό συμφέρον. Παράλληλα, θα δοκιμάσει τις αντοχές μεσαίων δυνάμεων όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες θα πρέπει να παλέψουν για να διατηρήσουν τη θέση τους στο τραπέζι των αποφάσεων – αλλιώς, όπως το έθεσε εύστοχα ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, κινδυνεύουν να βρεθούν «στο μενού».
Πηγή: The Conversation



