Δεν θύμωσα… Απλώς κατάλαβα…

Δεν ξέρω αν σας έχει συμβεί ποτέ. Να βρίσκεστε σε μια απολύτως συνηθισμένη μέρα, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιος μεγάλος καβγάς, μια θεαματική προδοσία ή έστω εκείνο το γεγονός που θα μπορούσατε αργότερα να δείξετε με το δάχτυλο και να πείτε «να, εκεί τελείωσαν όλα», και ξαφνικά κάτι μέσα σας να μετακινείται. Ελάχιστα, αλλά οριστικά. Σαν να καθαρίζει για λίγα δευτερόλεπτα ο θόρυβος που κουβαλάμε καθημερινά στο κεφάλι μας και να βλέπουμε μπροστά μας, σχεδόν με ενοχλητική καθαρότητα, ανθρώπους και σχέσεις όπως πραγματικά είναι.

Και να λέμε: ως εδώ.

Το παράξενο είναι πως αυτή η φράση μπορεί να μην έχει καθόλου θυμό μέσα της. Ούτε την πίκρα που συνήθως συνοδεύει έναν αποχωρισμό, ούτε εκείνη την παιδική επιθυμία να καταλάβει επιτέλους ο άλλος πόσο μας αδίκησε. Μπορεί, αντιθέτως, να έχει μια σχεδόν απροσδόκητη ηρεμία. Κοιτάζεις έναν άνθρωπο που μέχρι χθες θεωρούσες φίλο σου και δεν θέλεις να τον διαγράψεις από προσώπου γης, δεν θέλεις να τσακωθείς μαζί του, δεν θέλεις καν να του κάνεις εκείνη τη μεγάλη συζήτηση που τόσες φορές είχες φανταστεί. Απλώς καταλαβαίνεις ότι από εδώ και πέρα η θέση του στη ζωή σου θα είναι διαφορετική.

Θα λέτε μια καλημέρα. Ένα «τι κάνεις;». Μπορεί να πιείτε και έναν καφέ κάποτε. Θα χαρείς αν μάθεις ότι του συνέβη κάτι καλό και πιθανότατα θα στενοχωρηθείς αν του συμβεί κάτι κακό. Μόνο που δεν θα έχει πια πρόσβαση στα ίδια δωμάτια της ζωής σου.

Γιατί ίσως αυτό είναι που αργούμε περισσότερο να καταλάβουμε μεγαλώνοντας: οι άνθρωποι δεν χρειάζεται πάντοτε να φύγουν από τη ζωή μας· μερικές φορές αρκεί να αλλάξουν θέση μέσα σε αυτή.

Σκέφτομαι πόσες φιλίες διατηρούμε για χρόνια όχι επειδή εξακολουθούν να είναι πραγματικές, αλλά επειδή κάποτε υπήρξαν. Επειδή έχουμε κοινές αναμνήσεις, επειδή περάσαμε πράγματα μαζί, επειδή συνηθίσαμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη «φίλος» και η συνήθεια, όπως συμβαίνει συχνά στις ανθρώπινες σχέσεις, αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική από την ίδια τη σχέση.

Μόνο που κάποια πράγματα καταγράφονται μέσα μας, ακόμα κι όταν κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε.

Καταγράφεται η φορά που χρειάστηκες κάτι και ο άλλος δεν μπορούσε. Και η δεύτερη φορά που πάλι δεν μπορούσε. Και η τρίτη, που δεν μπήκες καν στον κόπο να ζητήσεις, γιατί ήξερες ήδη την απάντηση. Καταγράφεται, επίσης, πόσο αυτονόητη θεωρήθηκε η δική σου παρουσία όταν αντιστράφηκαν οι ρόλοι: το τηλεφώνημα που έπρεπε να γίνει, η γνωριμία που έπρεπε να χρησιμοποιήσεις, η βοήθεια που έπρεπε να προσφέρεις, η δουλειά που έπρεπε να διευκολύνεις. Και φυσικά την έκανες. Όχι επειδή κρατούσες λογαριασμό — αν κρατούσες, ίσως τα πράγματα να ήταν ευκολότερα — αλλά επειδή έτσι αντιλαμβανόσουν εσύ τη φιλία.

Μέχρι που κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι σε μια σχέση δύο ανθρώπων ο ένας έχει μάθει να προσφέρει και ο άλλος να θεωρεί την προσφορά φυσική κατάσταση των πραγμάτων.

Δεν είναι απαραίτητα κακός άνθρωπος. Αυτή είναι ίσως η δυσκολότερη παραδοχή.

Θα μας βόλευε πολύ περισσότερο να ήταν.

Οι κακοί άνθρωποι είναι εύκολη υπόθεση: τους καταδικάζεις, θυμώνεις, κλείνεις την πόρτα και η ιστορία αποκτά ένα καθαρό τέλος. Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως που μας απογοητεύουν δεν είναι τέρατα. Είναι άνθρωποι που μπορεί να μας συμπαθούν, να περνούν όμορφα μαζί μας, ακόμη και να πιστεύουν ειλικρινά ότι είναι φίλοι μας, απλώς η δική τους εκδοχή της φιλίας σταματά ακριβώς στο σημείο όπου αρχίζει να τους κοστίζει κάτι.

Κι εμείς, από την άλλη, έχουμε τη δική μας ευθύνη.

Γιατί τους μάθαμε.

Τους μάθαμε ότι θα είμαστε διαθέσιμοι, ακόμη κι όταν εκείνοι δεν ήταν. Ότι θα βρίσκουμε μια δικαιολογία για την απουσία τους, θα ερμηνεύουμε γενναιόδωρα την αδιαφορία τους, θα βαφτίζουμε «δύσκολη περίοδο» αυτό που ίσως ήταν απλώς αδιαφορία και θα δίνουμε άλλη μία ευκαιρία σε κάτι που είχε ήδη δείξει αρκετές φορές τι ακριβώς είναι.

Δεν άλλαξαν απαραίτητα εκείνοι, την ημέρα που όλα ξεκαθάρισαν.

Σταματήσαμε εμείς να τους ερμηνεύουμε υπέρ τους.

Και γι’ αυτό αυτή η απόφαση δεν πονάει όσο θα περίμενε κανείς. Γιατί δεν λαμβάνεται πραγματικά εκείνη τη στιγμή. Έχει ληφθεί λίγο λίγο, σε όλες εκείνες τις μικρές απογοητεύσεις που καταπίναμε, στις προσδοκίες που χαμηλώναμε χωρίς να το παραδεχόμαστε, στις φορές που είπαμε «δεν πειράζει» ενώ, για να είμαστε ειλικρινείς, πείραζε.

Η περίφημη «τελευταία σταγόνα» έχει αδικηθεί ως έκφραση. Όλη η προσοχή πέφτει πάνω στη σταγόνα, ενώ το πραγματικό θέμα είναι πόσο γεμάτο ήταν ήδη το ποτήρι.

Γι’ αυτό και μπορεί το γεγονός που θα προκαλέσει τελικά το ξεκαθάρισμα να είναι γελοία μικρό. Ένα μήνυμα που δεν απαντήθηκε, μια συμπεριφορά που έχεις ξαναδεί εκατό φορές, μια ακόμα απαίτηση από κάποιον που σπανίως αναρωτήθηκε τι χρειάζεσαι εσύ. Και ξαφνικά, αντί να θυμώσεις όπως όλες τις προηγούμενες φορές, χαμογελάς σχεδόν με τον εαυτό σου.

«Α, μάλιστα. Κατάλαβα».

Νομίζω πως αυτή η στιγμή είναι πολύ πιο σημαντική από όσο φαίνεται, γιατί σηματοδοτεί κάτι που δεν αφορά τελικά τους άλλους αλλά εμάς: την απόφαση να πάψουμε να ξοδεύουμε συναίσθημα εκεί όπου πρέπει διαρκώς να εφευρίσκουμε λόγους για να το κρατήσουμε ζωντανό.

Και δεν χρειάζεται να ακολουθήσει καμία μεγάλη έξοδος. Καμία ανακοίνωση, κανένα «σε διαγράφω από τη ζωή μου», καμία επίδειξη αδιαφορίας στα social media. Όλα αυτά, αν το σκεφτεί κανείς, προϋποθέτουν ακόμη μια σχέση με τον άλλον· εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει να δει, να καταλάβει, να μετανιώσει.

Η πραγματική απόσταση είναι πολύ πιο αθόρυβη.

Είναι να μην περιμένεις πια.

Να μην περιμένεις το τηλεφώνημα, την ανταπόδοση, την αναγνώριση, την ημέρα που ο άλλος θα καταλάβει πόσα έδωσες. Να μην του χρεώνεις πλέον ότι δεν έγινε αυτό που ήθελες, αλλά και να μη χρεώνεις στον εαυτό σου την υποχρέωση να συνεχίζει μια σχέση μόνο και μόνο επειδή την κουβάλησε μέχρι εδώ.

Κάποτε πίστευα ότι για να φύγεις από έναν άνθρωπο πρέπει να έχει συμβεί κάτι τρομερό. Μεγαλώνοντας καταλαβαίνω ότι αυτό είναι ένας ακόμη μύθος που μας ταλαιπωρεί. Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι κακός για να μην τον θέλεις κοντά σου. Δεν χρειάζεται να σε προδώσει για να αναγνωρίσεις ότι μια σχέση εξαντλήθηκε. Και κυρίως δεν χρειάζεται να μισήσεις κανέναν για να του αφαιρέσεις μια θέση που κάποτε του έδωσες.

Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν βγαίνουν από τη ζωή μας.

Απλώς μετακινούνται από την πρώτη σειρά στις πίσω θέσεις.

Αυτό είναι τελικά το πιο καθαρό «ως εδώ»: εκείνο που δεν χρειάζεται ούτε θαυμαστικό ούτε πόρτα που κλείνει με δύναμη. Μόνο τη διαύγεια να κοιτάξεις μια σχέση χωρίς τις δικαιολογίες που έχτιζες γύρω της και να δεχτείς, χωρίς κακία αλλά και χωρίς άλλες εκπτώσεις, αυτό που τόσο καιρό δεν ήθελες να δεις.

Κάποιοι άνθρωποι ήταν για ένα κομμάτι της διαδρομής…

Τους ευχαριστείς γι’ αυτό…

Και συνεχίζεις!

Διάβασε ακόμα

Ad

spot_img

Άλλες Ειδήσεις

Μοιράσου το