Διάβασα το «Αγκάθια και Τριαντάφυλλα» της Sarah J. Maas έχοντας αρχικά μια μικρή επιφύλαξη απέναντι στο fantasy. Σχεδόν 500 σελίδες αργότερα, όχι μόνο το τελείωσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα, αλλά έβαλα χωρίς δεύτερη σκέψη 5/5. Τώρα καταλαβαίνω γιατί το ACOTAR έχει δημιουργήσει μια τόσο φανατική κοινότητα αναγνωστών σε όλο τον κόσμο.
Γράφω αυτές τις γραμμές έχοντας μόλις κλείσει το Αγκάθια και Τριαντάφυλλα της Sarah J. Maas. Την τελευταία σελίδα. Και μαζί της, κατά έναν περίεργο τρόπο, αισθάνομαι ότι έκλεισε και μια μικρή προκατάληψη που είχα ως αναγνώστης.
Δεν φανταζόμουν ότι θα διάβαζα σχεδόν 500 σελίδες fantasy σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Ακόμη περισσότερο, δεν φανταζόμουν ότι στο τέλος θα πατούσα χωρίς δεύτερη σκέψη τα πέντε αστέρια.
Τώρα καταλαβαίνω.
Καταλαβαίνω τον θόρυβο γύρω από το ACOTAR, τον παροξυσμό στα social media, τους αναγνώστες που μιλούν γι’ αυτή τη σειρά με έναν ενθουσιασμό που, πριν τη διαβάσω, παρατηρούσα μάλλον από απόσταση.
Τι μπορεί να έχει πια αυτή η ιστορία και έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη κοινότητα ανθρώπων σε όλο τον κόσμο;
Έχει κάτι πολύ απλό και ταυτόχρονα πολύ δύσκολο να πετύχει ένα βιβλίο:
Σε κάνει να θέλεις να μείνεις μέσα του.
Η πρώτη μου επαφή με το ACOTAR
Μου αρέσει να πειραματίζομαι ως αναγνώστης. Να πηγαίνω από το ένα είδος στο άλλο, ακόμη κι όταν δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους.
Δεν θέλω να ξέρω εκ των προτέρων τι θα βρω στο επόμενο βιβλίο που θα ανοίξω. Με γοητεύει η ιδέα ότι ένα βιβλίο που θεωρητικά «δεν είναι για μένα» μπορεί τελικά να αποδειχθεί ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν τη συγκεκριμένη στιγμή.
Και κάπως έτσι ήρθε το ACOTAR.
Στην αρχή χρειάστηκε να μάθω έναν καινούργιο κόσμο. Την Prythian, το Τείχος, τις Αυλές, τα Αρχοντικά, τα ξωτικά και τα πλάσματά της.
Να γνωρίσω τη Φέιρα, τον Τάμλιν, τον Λούσιεν.
Να αποδεχτώ ότι εδώ οι κανόνες της πραγματικότητας που γνωρίζω δεν ισχύουν.
Και μετά από λίγες δεκάδες σελίδες συνέβη κάτι παράξενο: σταμάτησα να προσπαθώ να καταλάβω αυτόν τον κόσμο και άρχισα απλώς να ζω μέσα του.
Ίσως τελικά αυτό να μου έλειπε περισσότερο απ’ όσο νόμιζα.
Αγκάθια και Τριαντάφυλλα: ένα fantasy με κάτι από παραμύθι
Γιατί ναι, στον βαθύτερο πυρήνα του το Αγκάθια και Τριαντάφυλλα έχει κάτι από εκείνες τις ιστορίες που κάποτε αποκαλούσαμε παραμύθια.
Μου έφερε αρκετές φορές στον νου την Πεντάμορφη και το Τέρας: έναν άγνωστο και επικίνδυνο κόσμο, ένα πλάσμα που φοβάσαι προτού το γνωρίσεις, μια ηρωίδα που αναγκάζεται να κοιτάξει πέρα από όσα θεωρούσε δεδομένα.
Μόνο που εδώ τα πράγματα είναι πιο σκοτεινά, πιο ενήλικα, πιο σύνθετα.
Και κάπου ανάμεσα στη φαντασία, στον φόβο, στην περιπέτεια, στην επιθυμία, στη βία και στην επιβίωση, βρίσκεται κάτι απολύτως πραγματικό.
Η ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.
Αυτό που με κέρδισε περισσότερο στο βιβλίο
Αυτό ήταν τελικά που με κέρδισε περισσότερο.
Μπορεί ο κόσμος της Sarah J. Maas να είναι γεμάτος μαγεία και πλάσματα που δεν υπάρχουν, όμως τα συναισθήματα των ηρώων της είναι αναγνωρίσιμα.
Ο φόβος της απόρριψης.
Η ανάγκη να ανήκεις κάπου.
Η θυσία.
Η αφοσίωση.
Η επιθυμία να προστατεύσεις εκείνον που αγαπάς.
Και εκείνη η σχεδόν παράλογη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει ένας άνθρωπος όταν πάψει να αγωνίζεται μόνο για τον εαυτό του.
Νομίζω ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που τέτοιες ιστορίες επιβιώνουν εδώ και αιώνες με διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικά ονόματα.
Γιατί αλλάζουν τα κάστρα, αλλάζουν τα τέρατα, αλλάζουν οι κόσμοι.
Δεν αλλάζει όμως αυτό που αναζητούμε μέσα τους.
Αγάπη.
Κάτι αντίστοιχο, με εντελώς διαφορετικό τρόπο, με έκανε να σκεφτώ και το «Μάνγκο και Αλάτι» της Πάολας Ανδριωτάκη: ένα βιβλίο που επίσης χρησιμοποιεί την αγάπη, την απώλεια και την ανάγκη για μια νέα αρχή για να μιλήσει τελικά για πολύ αναγνωρίσιμα ανθρώπινα συναισθήματα.
Γιατί χρειαζόμαστε τη φαντασία μεγαλώνοντας
Και ξέρετε τι άλλο κατάλαβα τελειώνοντας αυτό το βιβλίο;
Ότι μεγαλώνοντας έχω ίσως μεγαλύτερη ανάγκη τη φαντασία απ’ όση είχα μικρότερος.
Όχι επειδή θέλω να δραπετεύσω από την πραγματικότητα.
Αλλά επειδή υπάρχουν στιγμές που χρειάζομαι να απομακρυνθώ για λίγο από αυτήν.
Να μπω σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει, να δεχτώ τους δικούς του κανόνες, να φοβηθώ για πράγματα που δεν μπορούν να με απειλήσουν πραγματικά, να ερωτευτώ μαζί με ανθρώπους που δεν υπάρχουν και, για μερικές ώρες, να επιτρέψω στο μυαλό μου να πάει κάπου αλλού.
Και μετά να επιστρέψω.
Ίσως λίγο διαφορετικός.
Ίσως αυτή να είναι τελικά μία από τις πιο όμορφες ιδιότητες ενός βιβλίου: να σου επιτρέπει να φύγεις για λίγο από τον κόσμο σου και να επιστρέψεις σε αυτόν με μια διαφορετική ματιά.
Αυτό είναι για μένα η δύναμη της λογοτεχνίας
Αυτό είναι για μένα ένα από τα μεγαλύτερα δώρα της λογοτεχνίας.
Και δεν έχει τελικά μεγάλη σημασία αν θα το βρεις στον Ντοστογιέφσκι, σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, σε μια ιστορία αγάπης ή σε έναν φανταστικό κόσμο γεμάτο ξωτικά και μαγεία.
Έχω βρεθεί, για παράδειγμα, σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο διαβάζοντας τις «Παράξενες Εικόνες» του Uketsu, ένα βιβλίο που μετατρέπει τον αναγνώστη από απλό θεατή σε ενεργό ερευνητή της ιστορίας.
Άλλο είδος, άλλη εμπειρία, άλλος τρόπος να σε τραβήξει ένα βιβλίο μέσα του.
Αν ένα βιβλίο καταφέρει να σε πάρει από εκεί που βρίσκεσαι και να σε μεταφέρει κάπου αλλού, έχει κάνει τη δουλειά του.
Το Αγκάθια και Τριαντάφυλλα το έκανε.
Και μάλιστα με τρόπο που δεν περίμενα.
Όταν ένα βιβλίο σε κάνει να ξεχνάς για λίγο την πραγματικότητα
Ίσως γι’ αυτό με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο η διαφορετικότητα ανάμεσα στα βιβλία που επιλέγω.
Από ένα fantasy σύμπαν όπως το ACOTAR μέχρι ένα βιβλίο όπως το «Νέα από τον Παράδεισο» του Ντέηβιντ Λοτζ, όπου ο «παράδεισος» γίνεται ένας διαφορετικός τρόπος να μιλήσει κανείς για την ανάγκη να ξεφύγει από τη ζωή που ζει, η λογοτεχνία μπορεί να μας μεταφέρει προσωρινά κάπου αλλού.
Δεν χρειάζεται καν αυτό το «κάπου αλλού» να είναι ένας μαγικός κόσμος.
Αρκεί να μην είναι ο ίδιος κόσμος στον οποίο βρισκόμασταν όταν ανοίξαμε το βιβλίο.
Η ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε
Και ίσως τελικά εκεί συναντιούνται όλα.
Στη φαντασία, στο fantasy, στο ρομάντζο, στο μυστήριο, στη λογοτεχνία.
Στην ανάγκη να βρούμε ανθρώπους που μας μοιάζουν, ανθρώπους που μας συγκινούν, ανθρώπους που μας κάνουν να αναρωτηθούμε τι θα κάναμε εμείς στη θέση τους.
Ακόμη και μια ιστορία για την απουσία και την ενηλικίωση, όπως ο «Ένας απόμακρος πατέρας» του Αντόνιο Σκάρμετα, καταλήγει με έναν διαφορετικό τρόπο στο ίδιο ερώτημα: τι κάνουμε με όσα μας έχουν συμβεί και τι επιλέγουμε να κρατήσουμε από τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας;
Δεν υπάρχουν ξωτικά εκεί.
Δεν υπάρχει Prythian.
Δεν υπάρχει μαγεία.
Υπάρχει όμως κάτι εξίσου δυνατό:
η ανάγκη να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να γίνουμε.
Θα συνεχίσω με το δεύτερο βιβλίο του ACOTAR;
Το καλύτερο τεστ για μένα, όμως, δεν είναι ούτε οι αναλύσεις ούτε τα πέντε αστέρια.
Είναι κάτι πολύ πιο απλό:
Τελείωσα σχεδόν 500 σελίδες σε λιγότερο από μία εβδομάδα και, αντί να θέλω ένα διάλειμμα, κοιτάζω ήδη το δεύτερο βιβλίο της σειράς.
Θέλω να επιστρέψω εκεί.
Να δω τι υπάρχει παρακάτω.
Και για έναν άνθρωπο που πριν από λίγες ημέρες έλεγε «δεν ξέρω αν το fantasy είναι για μένα», νομίζω ότι αυτό τα λέει όλα.
Βαθμολογία: 5/5 ⭐⭐⭐⭐⭐
Και τώρα…
«Οργή και Ομίχλη».



