«Νέα από τον Παράδεισο»: Διάβασα το μυθιστόρημα του Ντέηβιντ Λοτζ

Στο «Νέα από τον Παράδεισο», ο Ντέιβιντ Λοτζ μετατρέπει τη Χαβάη σε σκηνικό για μια ιστορία γύρω από την πίστη, την οικογένεια, τον θάνατο και την ανθρώπινη ανάγκη να αναζητούμε την ευτυχία κάπου αλλού. Ένα μυθιστόρημα του 1991 που, παρά τις αδυναμίες του, μοιάζει απρόσμενα σύγχρονο.

Ο παράδεισος, στον Ντέιβιντ Λοτζ, δεν είναι τόσο ένας τόπος όσο μια προσδοκία. Κάποτε κατοικούσε στη μεταθανάτια ζωή· σήμερα μπορεί να βρίσκεται σε μια παραλία της Χαβάης, σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, σε ένα αεροπορικό εισιτήριο που υπόσχεται πως, για λίγες ημέρες έστω, θα γίνουμε κάποιος άλλος. Αλλάζουμε τόπο με την κρυφή ελπίδα ότι θα αλλάξει μαζί του και κάτι μέσα μας.

Αυτή τη λεπτή και συχνά ειρωνική σχέση ανάμεσα στην ανάγκη για έναν παράδεισο και στη σύγχρονη βιομηχανία της ευτυχίας εξετάζει ο Λοτζ στο βιβλίο του “Νέα από τον Παράδεισο” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κυψέλη. Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1991, όμως η βασική του ιδέα δεν έχει παλιώσει καθόλου. Ο μαζικός τουρισμός έχει γιγαντωθεί, η ανάγκη να καταγράφουμε και να επιδεικνύουμε τις εμπειρίες μας έχει γίνει σχεδόν αυτονόητη και η πεποίθηση ότι «κάπου αλλού» μπορεί να μας περιμένει μια καλύτερη εκδοχή της ζωής μας παραμένει ισχυρή.

Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Μπέρναρντ Γουόλς, πρώην καθολικός ιερέας και καθηγητής Θεολογίας, ένας άνθρωπος που έχει χάσει την πίστη του αλλά όχι τα ερωτήματα που αυτή κάποτε του απαντούσε. Το ταξίδι του στη Χαβάη μαζί με τον ηλικιωμένο και δύστροπο πατέρα του δεν είναι ταξίδι αναψυχής. Σκοπός είναι μια συνάντηση με την ετοιμοθάνατη αδελφή του πατέρα, έπειτα από δεκαετίες οικογενειακής αποξένωσης.

Κάπως έτσι, ο τόπος που συμβολίζει τον επίγειο παράδεισο γίνεται σκηνικό για όσα καμία καρτ ποστάλ δεν δείχνει: ασθένεια, γήρας, ενοχή, οικογενειακά τραύματα, μοναξιά.

Εδώ βρίσκεται και μία από τις ωραιότερες αντιφάσεις του βιβλίου. Η Χαβάη του Λοτζ είναι όμορφη, αλλά η ομορφιά της δεν αρκεί για να εξουδετερώσει την ανθρώπινη φθορά. Οι άνθρωποι φτάνουν εκεί κουβαλώντας ό,τι τους βαραίνει και ανακαλύπτουν ότι η γεωγραφία δεν λειτουργεί ως θεραπεία. Μπορείς να αλλάξεις ήπειρο, ξενοδοχείο, κλίμα, θέα· δεν αλλάζεις τόσο εύκολα τον τρόπο με τον οποίο έχεις μάθει να ζεις, να φοβάσαι, να αγαπάς ή να αποφεύγεις.

Ο Λοτζ σατιρίζει τον τουρισμό χωρίς να περιφρονεί τους τουρίστες. Βλέπει στη μαζική μετακίνηση προς «ονειρικούς» προορισμούς κάτι από την παλιά ανάγκη του προσκυνήματος: ο άνθρωπος εγκαταλείπει προσωρινά την καθημερινότητά του αναζητώντας μια εμπειρία που θα τον ανανεώσει και επιστρέφει με φωτογραφίες, αναμνηστικά και ιστορίες, αποδείξεις ότι άγγιξε για λίγο κάτι διαφορετικό. Σήμερα αυτή η ιδέα ακούγεται ακόμη πιο οικεία, σε μια εποχή όπου δεν αρκεί πια να ζήσεις ένα ταξίδι· σχεδόν οφείλεις και να το παρουσιάσεις.

Περισσότερο όμως από τη σάτιρα του τουρισμού, με ενδιέφερε η σχέση του βιβλίου με την πίστη. Ο Μπέρναρντ δεν είναι ένας άνθρωπος που απέρριψε τον Θεό και έκλεισε έναν λογαριασμό. Έχασε τη βεβαιότητα, αλλά έμεινε αντιμέτωπος με τα ίδια μεγάλα ερωτήματα: τι σημαίνει θάνατος, συγχώρεση, ενοχή, πώς ζει κανείς χωρίς μεταφυσικές εγγυήσεις, πού αναζητεί νόημα όταν οι παλιές απαντήσεις δεν τον πείθουν πλέον.

Εκεί το μυθιστόρημα αποκτά το ουσιαστικότερο βάθος του. Δεν επιχειρεί να αποδείξει ούτε να καταρρίψει την πίστη. Ενδιαφέρεται για το κενό που αφήνει πίσω της η απώλειά της.

Ο Λοτζ χειρίζεται αυτό το υλικό με χιούμορ, ειρωνεία και αφηγηματική ευστροφία. Οι διαφορετικές φωνές, τα ημερολόγια, οι επιστολές και οι προσωπικές καταγραφές δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ζούμε και σε αυτό που επιλέγουμε να αφηγηθούμε για τη ζωή μας.

Κάπου εδώ, όμως, βρίσκεται και το πρόβλημά μου με το βιβλίο.

Δεν με ενοχλεί ότι έχει πολλές ιδέες. Με ενοχλεί ότι σε ορισμένα σημεία τις βλέπεις να έρχονται προς το μέρος σου πριν προλάβουν να γεννηθούν οργανικά μέσα από την ιστορία. Ο Λοτζ είναι ευφυής και το γνωρίζει· και μερικές φορές το γνωρίζει τόσο πολύ, ώστε η ευφυΐα του προηγείται των χαρακτήρων του. Αντί να αισθανθείς πρώτα κάτι και να το καταλάβεις μετά, συμβαίνει το αντίθετο: καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα τι θέλει να σου πει και περιμένεις από τη μυθοπλασία να σε φτάσει στο ίδιο ύψος.

Δεν το καταφέρνει πάντοτε.

Υπάρχουν δευτερεύοντες χαρακτήρες που λειτουργούν εξαιρετικά ως κοινωνικές παρατηρήσεις, αλλά όχι ως πρόσωπα που μένουν μαζί σου όταν κλείσεις το βιβλίο. Υπάρχουν σκηνές όπου η θεολογία, ο τουρισμός, η σεξουαλικότητα ή η οικογένεια γίνονται περισσότερο θέμα προς συζήτηση παρά εμπειρία που σε παρασύρει. Και υπάρχει μια συναισθηματική απόσταση που, τουλάχιστον σε μένα, δεν επέτρεψε στο μυθιστόρημα να γίνει πραγματικά δυνατό.

Γι’ αυτό και μένω στη βαθμολογία 3/5.

Μου άρεσε. Το βρήκα έξυπνο, καλοδουλεμένο, ουσιαστικό σε αρκετά σημεία και πολύ πιο σύγχρονο απ’ όσο θα περίμενα από ένα βιβλίο γραμμένο πριν από τρεισήμισι δεκαετίες. Δεν με συγκλόνισε όμως, ούτε με ακολούθησε για πολύ αφού το έκλεισα. Κράτησα περισσότερο τις ιδέες του παρά τους ανθρώπους του — και για ένα μυθιστόρημα αυτή η διαφορά είναι σημαντική.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον παράδοξο των Νέων από τον Παράδεισο: ένα βιβλίο που μιλά διαρκώς για την αναζήτηση μιας έντονης εμπειρίας, αλλά το ίδιο αφήνει πίσω του περισσότερο σκέψη παρά συγκίνηση.

Και αυτό, για μένα, είναι ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στο καλό βιβλίο και στο πραγματικά σπουδαίο.

Διάβασε ακόμα

Ad

spot_img

Άλλες Ειδήσεις

Μοιράσου το