Μας πούλησαν νίκη πριν καν ανέβουμε στη σκηνή. Μας πούλησαν «ευρωπαϊκό αέρα», «viral φαινόμενο», «performance που θα συζητηθεί». Και τελικά αυτό που μείναμε να θυμόμαστε είναι ένα πορτοκαλί σκουφί, κάτι γατίσια αυτάκια και έναν τραγουδιστή που έμοιαζε να παίζει περισσότερο ρόλο παρά να τραγουδάει.
Και εδώ βρίσκεται όλο το πρόβλημα της φετινής ελληνικής συμμετοχής: χτίστηκε σαν προϊόν social media και όχι σαν τραγούδι Eurovision.
Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Αν αφαιρέσεις το styling, τα TikTok clips, τις περίεργες δηλώσεις, τα ζωάκια, τα memes και όλη αυτή τη φασαρία γύρω από το όνομα «Ακύλας», τι ακριβώς μένει; Ποια μεγάλη φωνή; Ποια συγκλονιστική ερμηνεία; Ποια στιγμή που σε έκανε να ανατριχιάσεις; Ποια νότα που θα θυμόμαστε σε δύο χρόνια;
Καμία.
Γιατί το τραγούδι ήταν ακριβώς αυτό που φάνηκε και στον τελικό: μέτριο. Όχι καταστροφικό. Όχι ντροπιαστικό. Κι αυτό είναι το χειρότερο. Γιατί όταν κάτι είναι απλώς μέτριο, δεν μπορείς ούτε να φωνάξεις ότι αδικήθηκες ούτε να σοκαριστείς από το αποτέλεσμα. Παίρνεις ακριβώς τη θέση που αξίζει στη μετριότητα. Και η δέκατη θέση ήταν απολύτως τίμια για αυτό που στείλαμε.
Και ναι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: τον Ακύλα τον ψήφισε το ελληνικό κοινό. Αλλά το κοινό δεν ψήφισε σε κενό αέρος. Επί δύο μήνες η ΕΡΤ και η δισκογραφική έχτιζαν έναν τηλεοπτικό χαρακτήρα πολύ περισσότερο απ’ όσο προωθούσαν ένα τραγούδι. Και τελικά αυτό ακριβώς ψήφισε η Ελλάδα: την περσόνα, όχι τη μελωδία.
Από αύριο φυσικά θα ξεκινήσει η γνωστή ελληνική παράσταση ευθυνών. Θα φταίει ο Φωκάς Ευαγγελινός. Θα φταίει το πλάνο. Τα φώτα. Το staging. Το green room. Πάντα κάποιος άλλος φταίει εκτός από το προφανές: δεν σώζεται ένα αδύναμο τραγούδι με σκηνοθεσία. Δεν σώζεται ένας μέτριος performer με κάμερες και LED. Η σκηνική παρουσία μπορεί να απογειώσει κάτι καλό. Δεν μπορεί να εμφυσήσει ψυχή εκεί που δεν υπάρχει.
Και όσο κι αν κάποιοι στην Ελλάδα προσπαθούν να παρουσιάσουν τον Ακύλα σαν «next big thing», η πραγματικότητα της Eurovision ήταν αμείλικτη. Η Ευρώπη δεν ψήφισε το αφήγημα που χτίσαμε εδώ μέσα επί μήνες. Δεν εντυπωσιάστηκε από τις περσόνες και τα χαριτωμένα καμώματα στις συνεντεύξεις. Είδε έναν performer που έμοιαζε περισσότερο έτοιμος για TikTok live παρά για μια σκηνή που έχει σηκώσει Loreen, Måneskin και Duncan Laurence.
Κοιτάξτε ποιοι βρέθηκαν πάνω από εμάς. Η Βουλγαρία έστειλε φωνή που σε καρφώνει στον καναπέ. Το Ισραήλ, μέσα σε αποδοκιμασίες και πολιτική πίεση, έστειλε performer που κράτησε τη σκηνή μόνο με την παρουσία του. Η Ρουμανία είχε συναίσθημα. Η Φινλανδία είχε ταυτότητα. Η Αυστραλία είχε τη Delta Goodrem, κι όταν μια τέτοια τραγουδίστρια ανοίγει το στόμα της, τελειώνει κάθε συζήτηση περί “concept”.
Εμείς τι είχαμε; Ένα καλοστημένο πακέτο marketing που κατέρρευσε μόλις άνοιξε η ψηφοφορία.
Και η μεγαλύτερη ευθύνη δεν είναι καν του Ακύλα. Ένας νέος καλλιτέχνης έκανε αυτό που ήξερε και αυτό που μπορούσε. Η πραγματική ευθύνη ανήκει στην ΕΡΤ και στη δισκογραφική που αποφάσισαν πως η Eurovision είναι παιχνίδι engagement. Πως αν ένα όνομα κάνει θόρυβο στο ελληνικό internet, μπορεί αυτόματα να σταθεί απέναντι σε χώρες που ακόμα αντιμετωπίζουν τον διαγωνισμό σαν μουσικό θεσμό.
Εκεί χάθηκε το παιχνίδι. Στη λάθος ερώτηση.
Δεν ρώτησαν ποτέ: «Ποιο τραγούδι μπορεί να σταθεί στην Ευρώπη;»
Ρώτησαν: «Ποιος θα γίνει viral στην Ελλάδα;»
Και πήραν την απάντηση που άξιζε σε αυτή τη λογική.
Ο Ακύλας πήρε τη στιγμή του. Τα εξώφυλλα. Τα trends. Τη φωτογραφία με τη σημαία. Μια ολόκληρη σεζόν δημοσιότητας που πιθανότατα θα μεταφραστεί σε εμφανίσεις, streams, νιαουρίσματα και καλοκαιρινές πίστες. Για εκείνον, ίσως το project να πέτυχε.
Για την Ελλάδα όμως;
Άλλη μία χρονιά που μπερδέψαμε το content με το τραγούδι.
Και η Eurovision, όσο κι αν αλλάζει, στο τέλος παραμένει κάτι τρομακτικά απλό:
Δεν κερδίζεται με TikTok.
Κερδίζεται με τραγούδι!



