Με φόντο ένα εξαιρετικά τεταμένο διεθνές σκηνικό, ολοκληρώθηκε στο Πεκίνο η κρίσιμη, κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση Τραμπ και Σι. Αν και οι δύο πλευρές εξέφρασαν την επιθυμία τους για σταθερότητα στις σινοαμερικανικές σχέσεις, η πολυαναμενόμενη σύνοδος κορυφής ανέδειξε το βαθύ χάσμα που χωρίζει τις δύο υπερδυνάμεις στα μεγάλα γεωπολιτικά μέτωπα, αφήνοντας ερωτηματικά για το αν η προσέγγιση είναι ουσιαστική ή απλώς επικοινωνιακή.
Αμέσως μετά τις συνομιλίες, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έκανε λόγο για μια «νέα κατεύθυνση» στις διμερείς επαφές. Σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση CCTV, Πεκίνο και Ουάσιγκτον συμφώνησαν ότι η διατήρηση μιας στρατηγικής ισορροπίας θα αποτελέσει τον πυξίδα για την επόμενη τριετία. Ωστόσο, πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις, η ατζέντα των συζητήσεων ήταν ιδιαίτερα «καυτή», με κυρίαρχα θέματα την τεχνολογία, το εμπόριο, τον πόλεμο με το Ιράν και, κυρίως, το φλέγον ζήτημα της Ταϊβάν.
Σαφές μήνυμα Σι: «Ο λάθος χειρισμός της Ταϊβάν φέρνει σύγκρουση»
Η πιο έντονη στιγμή της συνόδου καταγράφηκε όταν ο Σι Τζινπίνγκ έθεσε με απόλυτο τρόπο τις κόκκινες γραμμές του Πεκίνου, προειδοποιώντας ευθέως τον Αμερικανό ομόλογό του για τις συνέπειες μιας λανθασμένης στρατηγικής στο θέμα της Ταϊβάν.
«Το ζήτημα της Ταϊβάν αποτελεί τον πυρήνα των σχέσεών μας. Αν το διαχειριστούμε σωστά, θα διασφαλίσουμε τη σταθερότητα. Αν όμως γίνει κακός χειρισμός, οι δύο χώρες θα οδηγηθούν σε αντιπαράθεση, ακόμη και σε σύγκρουση», διεμήνυσε ο Κινέζος ηγέτης.
Αν και η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στα μανδαρινικά δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά ως πολεμική σύρραξη, η προειδοποίηση θεωρείται η αυστηρότερη των τελευταίων ετών. Η Κίνα συνεχίζει να πνέει μένεα κατά της αμερικανικής στρατιωτικής ενίσχυσης προς το νησί, με πιο πρόσφατο παράδειγμα το εξοπλιστικό πακέτο-μαμούθ ύψους 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων που ενέκρινε ο Τραμπ τον περασμένο Δεκέμβριο.
Η προειδοποίηση για την «Παγίδα του Θουκυδίδη»
Στην εναρκτήρια τοποθέτησή του, ο Σι Τζινπίνγκ επιστράτευσε την κλασική ιστορική θεωρία για να περιγράψει το παρόν και το μέλλον των σχέσεων των δύο χωρών. Αναφέρθηκε στην «Παγίδα του Θουκυδίδη», τονίζοντας ότι η ανθρωπότητα παρακολουθεί για να δει αν μια εδραιωμένη δύναμη (ΗΠΑ) και μια αναδυόμενη δύναμη (Κίνα) μπορούν να αποφύγουν το μοιραίο λάθος του παρελθόντος.
Η θεωρία αυτή, βασισμένη στην ανάλυση του αρχαίου Έλληνα ιστορικού για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, υπενθυμίζει ότι ο φόβος της Σπάρτης μπροστά στην άνοδο της Αθήνας κατέστησε τη σύγκρουση αναπόφευκτη. Ο Σι, που έχει χρησιμοποιήσει τον όρο και στο παρελθόν με τον Τζο Μπάιντεν, επέμεινε στη λογική του «κερδίζω-κερδίζεις» (win-win), σημειώνοντας ότι η συνεργασία ωφελεί, ενώ η ρήξη θα αποβεί καταστροφική και για τους δύο, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα το τρέχον έτος να αποτελέσει σταθμό για τη διεθνή ειρήνη.
Η τακτική Τραμπ: Εγκώμια και εμπορικές προσδοκίες
Σε πλήρη αντίθεση με τον αυστηρό και δομημένο λόγο του Σι, ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να κινηθεί στην πεπατημένη της προσωπικής διπλωματίας. Απέφυγε τις δημόσιες αναφορές στα ακανθώδη ζητήματα –όπως η Ταϊβάν, οι δασμοί ή η κρίση της φαιντανύλης– και προτίμησε να πλέξει το εγκώμιο του Κινέζου προέδρου.
«Είσαι ένας σπουδαίος ηγέτης και είναι τιμή μου που είμαι φίλος σου», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, αδιαφορώντας, όπως είπε, για τις εσωτερικές κριτικές στις ΗΠΑ.
Πίσω από τις φιλοφρονήσεις, ωστόσο, ο Λευκός Οίκος επιδιώκει απτά οικονομικά οφέλη. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκεται η επέκταση της περσινής εμπορικής εκεχειρίας, με τις ΗΠΑ να πιέζουν για νέες κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων (σόγια, βόειο κρέας, αεροσκάφη) και τη δημιουργία ενός μόνιμου διμερούς Συμβουλίου Εμπορίου για την επίλυση των διαφορών.
Η σκιά του πολέμου στο Ιράν και η ενεργειακή κρίση
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε υπό τη βαριά σκιά της πολεμικής σύρραξης των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει παγκόσμιο ενεργειακό σοκ, εγκλωβίζοντας πετρελαιοφόρα και απειλώντας την αμερικανική οικονομία με φόντο τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Καθώς η Κίνα αποτελεί τον κύριο αγοραστή του ιρανικού αργού, η αμερικανική διπλωματία, μέσω του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, πίεσε το Πεκίνο να παρέμβει στην Τεχεράνη, τονίζοντας ότι η οικονομική επιβράδυνση πλήττει και την κινεζική αγορά. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ο Τραμπ επέλεξε να υποβαθμίσει το θέμα δημόσια, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν την κατάσταση με το Ιράν υπό πλήρη έλεγχο.
Η σύνοδος ολοκληρώθηκε με ένα εντυπωσιακό τελετουργικό υψηλού συμβολισμού στο Μέγαρο του Λαού, με στρατιωτικές τιμές και επισκέψεις σε ιστορικά μνημεία, επιβεβαιώνοντας ότι, προς το παρόν, η συνάντηση Τραμπ – Σι είχε περισσότερο τον χαρακτήρα μιας διπλωματικής ανακωχής εντυπώσεων παρά μιας οριστικής επίλυσης των μεγάλων παγκόσμιων κρίσεων.



