Τότε δεν ήξερες όσα ξέρεις σήμερα…
↗ Μοιράσου το
«Αν ήξερα πώς θα εξελισσόταν, δεν θα το είχα κάνει».
Το έχουμε πει για μια σχέση, για μια συνεργασία, για κάποιον που εμπιστευτήκαμε. Το λέμε κοιτάζοντας πίσω, όταν όλα έχουν πια αποκαλυφθεί και η ιστορία έχει αποκτήσει μια κατάληξη. Από εκείνο το σημείο, τα σημάδια φαίνονται καθαρά. Απορούμε πώς δεν τα είδαμε. Μερικές φορές θυμώνουμε τόσο με τον εαυτό μας, που σχεδόν ξεχνάμε να θυμώσουμε με εκείνον που μας πλήγωσε.
Μόνο που τότε δεν ξέραμε το τέλος.
Ξέραμε έναν άνθρωπο που μας φερόταν τρυφερά. Μια πρόταση που έμοιαζε σοβαρή. Μια ευκαιρία για την οποία είχαμε δουλέψει πολύ. Είχαμε μπροστά μας ορισμένα στοιχεία, κάποιες υποσχέσεις και την ανάγκη να πιστέψουμε ότι κάτι καλό μπορούσε να συμβεί.
Σήμερα επιστρέφουμε σε εκείνη τη στιγμή κουβαλώντας όλα όσα μάθαμε μετά. Και απαιτούμε από τον τότε εαυτό μας να τα είχε γνωρίσει ήδη.
Αυτή η αδικία μπορεί να μας ακολουθεί για χρόνια.
Γιατί κατηγορούμε τον εαυτό μας για τις αποφάσεις του παρελθόντος;
Σκέφτομαι, για παράδειγμα, πόσο εύκολα λέμε «ήμουν ανόητος που τον εμπιστεύτηκα». Ήμασταν; Είχαμε δει επανειλημμένα ψέματα και κάναμε πως δεν τα βλέπαμε; Ή είχαμε απέναντί μας έναν άνθρωπο που μέχρι τότε είχε σταθεί συνεπής;
Έχει σημασία η διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει κάτι που χρειάζεται να αναγνωρίσουμε και να μάθουμε. Στη δεύτερη, κατηγορούμε τον εαυτό μας επειδή δεν προέβλεψε τη συμπεριφορά κάποιου άλλου.
Το ίδιο συμβαίνει με μια δουλειά που δεν πήγε καλά. Μπορεί να εξετάσαμε την πρόταση, να κάναμε τους λογαριασμούς μας, να αναλάβαμε ένα ρίσκο που αντέχαμε. Ύστερα άλλαξαν οι συνθήκες. Χάσαμε χρήματα, κουραστήκαμε, απογοητευτήκαμε.
Το κόστος είναι πραγματικό. Αλλά για να καταλάβουμε αν αποφασίσαμε επιπόλαια, χρειάζεται να εξετάσουμε τι γνωρίζαμε όταν είπαμε το «ναι».
Όταν η τύχη μάς κάνει να πιστεύουμε ότι είχαμε δίκιο
Και το αντίστροφο αξίζει λίγη ειλικρίνεια. Έχουμε πάρει και απερίσκεπτες αποφάσεις που μας βγήκαν σε καλό. Ακολουθήσαμε κάποιον χωρίς να τον ελέγξουμε, δεσμευτήκαμε χωρίς να υπολογίσουμε, αδιαφορήσαμε για μια προειδοποίηση. Σταθήκαμε τυχεροί και αργότερα το ονομάσαμε ένστικτο.
Είναι ευχάριστο να πιστεύουμε ότι ξέραμε. Μας δυσκολεύει όμως να μάθουμε τι πραγματικά κάναμε.
Αν θέλουμε να αποκτήσουμε καλύτερη κρίση, χρειάζεται να εξετάζουμε τις αποφάσεις μας με βάση όσα γνωρίζαμε όταν τις πήραμε και όχι μόνο με βάση το αποτέλεσμά τους. Μια απόφαση μπορεί να ήταν λογική και να κατέληξε άσχημα. Μια άλλη μπορεί να ήταν απερίσκεπτη και να είχε ευτυχή κατάληξη.
Το αποτέλεσμα δεν λέει πάντα όλη την ιστορία.
Όταν η μετάνοια μάς κάνει να φοβόμαστε την επόμενη επιλογή
Ίσως γι’ αυτό ορισμένες απογοητεύσεις μάς αφήνουν τόσο φοβισμένους απέναντι στην επόμενη επιλογή. Έχουμε καταλήξει ότι η κρίση μας είναι ελαττωματική. Ζητάμε πλέον αποδείξεις για τα πάντα, βεβαιότητες που κανείς δεν μπορεί να δώσει. Θέλουμε ο επόμενος άνθρωπος να μας εγγυηθεί ότι δεν θα πονέσουμε, η επόμενη δουλειά ότι δεν θα αποτύχουμε.
Κι όσο περιμένουμε αυτές τις εγγυήσεις, μπορεί να απορρίπτουμε πράγματα που επιθυμούμε.
Έχω σκεφτεί πολλές φορές πόσο εύκολα η ανάγκη μας να ελέγξουμε το μέλλον μάς στερεί την ηρεμία του παρόντος. Στο άρθρο «Το αύριο δεν ελέγχεται: 3 μαθήματα των Στωικών για το άγχος» γράφω για τη διαφορά ανάμεσα σε όσα περνούν από το χέρι μας και σε όσα δεν μπορούμε να ελέγξουμε.
Το ίδιο ερώτημα επιστρέφει και εδώ: μπορούμε να φροντίσουμε την κρίση μας, να εξετάσουμε τα δεδομένα, να μάθουμε από τις εμπειρίες μας. Δεν μπορούμε, όμως, να εξασφαλίσουμε ότι κάθε απόφαση θα έχει την κατάληξη που επιθυμούμε.
Τι μπορούμε να μάθουμε από ένα λάθος χωρίς να τιμωρούμε τον εαυτό μας;
Δεν μπορούμε να βγάλουμε όλο τον κίνδυνο από μια απόφαση. Μπορούμε όμως να είμαστε πιο συγκεκριμένοι με την ευθύνη μας:
Τι έλεγξα; Τι παρέβλεψα; Τι θέλησα τόσο πολύ ώστε να μη ρωτήσω; Και τι συνέβη που πραγματικά δεν μπορούσα να γνωρίζω;
Οι απαντήσεις ίσως πονέσουν. Θα έχουν όμως μεγαλύτερη χρησιμότητα από το «όλα τα κάνω λάθος».
Η ουσιαστική αυτοκριτική δεν χρειάζεται να είναι ούτε αθώωση ούτε καταδίκη. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι αγνοήσαμε μια προειδοποίηση, ότι βιαστήκαμε ή ότι δεν προστατεύσαμε όσο έπρεπε τον εαυτό μας, χωρίς να μετατρέψουμε ένα λάθος σε απόδειξη ότι δεν αξίζουμε να εμπιστευτούμε ξανά την κρίση μας.
Το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε τον εαυτό μας ότι όλα όσα κάναμε ήταν σωστά. Είναι να καταλάβουμε τι συνέβη, ώστε να μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό την επόμενη φορά.
Δεν είναι κάθε απογοήτευση δικό μας λάθος
Υπάρχουν επιλογές για τις οποίες χρειάζεται να αναλάβουμε ευθύνη. Υπάρχουν και εκβάσεις που χρειάζεται απλώς να πενθήσουμε. Όταν τα μπερδεύουμε, κάθε απώλεια γίνεται κατηγορία εναντίον μας.
Ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει. Μια συνεργασία μπορεί να αποδειχθεί διαφορετική από αυτό που περιμέναμε. Οι συνθήκες μπορούν να μεταβληθούν, ακόμη κι όταν εμείς έχουμε ενεργήσει με προσοχή και καλή πρόθεση.
Δεν είναι όλα στο χέρι μας. Και η αποδοχή αυτού του γεγονότος δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από την ευθύνη μας. Σημαίνει ότι σταματάμε να αναλαμβάνουμε και εκείνη που ανήκει σε άλλους ή σε συνθήκες που δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε.
Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, ειδικά όταν η απογοήτευση αφορά ανθρώπους που αγαπήσαμε ή εμπιστευτήκαμε. Στο «Δεν θύμωσα… Απλώς κατάλαβα…» έχω γράψει για εκείνη τη στιγμή που αρχίζουμε να βλέπουμε μια σχέση διαφορετικά και καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις επιλογές των άλλων.
Μπορούμε, όμως, να αποφασίσουμε τι θα κρατήσουμε από την εμπειρία και πώς θα προχωρήσουμε.
Αν μπορούσες να συναντήσεις τον παλιό σου εαυτό
Αν μπορούσαμε να καθίσουμε για λίγο απέναντι στον άνθρωπο που ήμασταν τότε, πριν μάθει όσα ακολούθησαν, ίσως να καταλαβαίναμε καλύτερα γιατί αποφάσισε έτσι.
Ίσως να βλέπαμε τα λάθη του πιο καθαρά. Να αναγνωρίζαμε τις στιγμές που δεν άκουσε το ένστικτό του, που αγνόησε μια πληροφορία ή που επέτρεψε στην επιθυμία του να υπερισχύσει της λογικής.
Αλλά ίσως να του λέγαμε και κάτι που του χρωστάμε καιρό:
«Καταλαβαίνω γιατί το πίστεψες. Κι εγώ, με όσα ήξερες τότε, μπορεί να έκανα το ίδιο».
Δεν θα άλλαζε το αποτέλεσμα. Δεν θα εξαφάνιζε την απογοήτευση ούτε θα ακύρωνε τις συνέπειες μιας λανθασμένης απόφασης. Θα άλλαζε, όμως, ίσως, τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας.
Γιατί ο άνθρωπος που ήμασταν τότε δεν είχε τις γνώσεις, τις εμπειρίες και την απόσταση που έχουμε σήμερα. Είχε τις ανάγκες του, τις προσδοκίες του, τους φόβους του και τις πληροφορίες που διέθετε εκείνη τη στιγμή.
Και αποφάσισε με αυτά.
Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσεις τα πάντα για να συγχωρήσεις τον εαυτό σου
Το να δείχνεις κατανόηση στον παλιό σου εαυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δικαιολογήσεις κάθε επιλογή του. Μπορείς να αναγνωρίσεις ότι έκανες λάθος, ότι πλήγωσες κάποιον ή ότι δεν προστάτευσες όσο έπρεπε τα όριά σου.
Μπορείς να αναλάβεις την ευθύνη, να ζητήσεις συγγνώμη όπου χρειάζεται και να προσπαθήσεις να διορθώσεις ό,τι διορθώνεται.
Αυτό που δεν χρειάζεται είναι να επιστρέφεις ξανά και ξανά στην ίδια στιγμή, σαν να μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν τιμωρώντας τον εαυτό σου στο παρόν.
Η εμπειρία έχει αξία όταν μας βοηθά να προχωρήσουμε με περισσότερη επίγνωση. Όταν γίνεται μόνιμη κατηγορία, μας κρατά εγκλωβισμένους σε μια εκδοχή της ζωής που δεν μπορούμε πια να αλλάξουμε.
Την επόμενη φορά που θα πεις «αν ήξερα, δεν θα το είχα κάνει», δοκίμασε να προσθέσεις μια δεύτερη ερώτηση:
«Με όσα γνώριζα τότε, μπορούσα πραγματικά να ξέρω πώς θα εξελισσόταν;»
Ίσως η απάντηση να μη σε απαλλάξει από κάθε ευθύνη. Ίσως, όμως, να σε βοηθήσει να ξεχωρίσεις το λάθος από την ατυχία, την ευθύνη από την ενοχή και τη μάθηση από την αυτοτιμωρία.
Γιατί σήμερα ξέρεις περισσότερα. Και αυτό είναι το σημαντικότερο που μπορείς να πάρεις από όσα έζησες: όχι την απαίτηση να είχες προβλέψει τα πάντα, αλλά τη δυνατότητα να προχωρήσεις γνωρίζοντας πλέον κάτι που τότε δεν ήξερες.
Τότε δεν ήξερες όσα ξέρεις σήμερα. Μην απαιτείς από τον άνθρωπο που ήσουν να είχε ήδη γίνει ο άνθρωπος που είσαι.

