Οι άνθρωποι που δεν αφήνουν τη ζωή να τους πικράνει: Ποιο είναι το μυστικό τους;
↗ Μοιράσου το
Τους αναγνωρίζεις αμέσως από την αίσθηση που σου αφήνουν μετά από μια συνάντηση. Πριν τους δεις, μπορεί να νιώθεις εξαντλημένος, εκνευρισμένος και πεπεισμένος ότι όλα πηγαίνουν κατά διαβόλου. Φεύγοντας από κοντά τους, τα προβλήματά σου μπορεί να παραμένουν ακέραια, όμως κάπως έτσι έχεις καταφέρει να πάρεις μια βαθιά ανάσα. Μια κουβέντα τους, το πηγαίο χιούμορ τους ή ο τρόπος που σε άκουσαν χωρίς να βιαστούν να συγκρίνουν τη δική σου δυσκολία με τη δική τους, σου έχουν επιστρέψει την ελπίδα και το κουράγιο.
Διαβάζοντας το βιβλίο «Ο άνθρωπος που φοβόταν να ζήσει» του Miguel Ángel Montero, στάθηκα σε αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό του συγγραφέα. Πώς γίνεται, μέσα σε μια σκληρή καθημερινότητα γεμάτη θυμό, άγχος και αβεβαιότητα, κάποιοι άνθρωποι να διατηρούν μια τόσο αξιοθαύμαστη ψυχική ανθεκτικότητα και διάθεση για ζωή; Πού βρίσκουν αυτή τη δύναμη και τι γνωρίζουν που εμάς συχνά μας διαφεύγει;
Η παγίδα της εύκολης εξήγησης
Αν παρατηρήσεις αυτούς τους ανθρώπους από απόσταση, το μυαλό σου εύκολα θα σπεύσει να υποθέσει ότι η ζωή τούς φέρθηκε πιο δίκαια. Ότι έχουν λιγότερες υποχρεώσεις, μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια ή μια οικογένεια χωρίς εντάσεις.
Πρόκειται όμως για μια πολύ βολική δικαιολογία, καθώς μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να αναθεωρήσουμε τη δική μας στάση. Όταν τελικά τους γνωρίσεις σε βάθος, συνειδητοποιείς ότι κι αυτοί κουβαλούν απώλειες, απογοητεύσεις και αγωνίες που απλώς δεν επέτρεψαν να γίνουν ταμπέλα στο μέτωπό τους.
Το χαμόγελο, τελικά, δεν είναι ποτέ αξιόπιστος τρόπος για να μετρήσεις το βάρος που κουβαλάει ένας άνθρωπος στην ψυχή του.
1. Το πρόβλημα δεν καταλαμβάνει ολόκληρη τη ζωή τους
Μια στραβή μέρα στο γραφείο ή μια κακή είδηση αρκεί συχνά για να χρωματίσει αρνητικά ολόκληρη την ύπαρξή μας, να μας χαλάσει τη διάθεση και να κάνει το σπίτι μας πεδίο μάχης.
Αντίθετα, οι άνθρωποι που θαυμάζουμε για την ψυχραιμία τους αφήνουν περιθώριο και στα καλά στοιχεία της ημέρας. Μπορούν να ανησυχούν δικαιολογημένα για μια επαγγελματική εκκρεμότητα και ταυτόχρονα να απολαύσουν μια ζεστή κουβέντα. Μπορούν να είναι στενοχωρημένοι και την ίδια στιγμή να γελάσουν με ένα αστείο, χωρίς να νιώθουν τύψεις ότι «προδίδουν» τη λύπη τους. Η συνύπαρξη των συναισθημάτων είναι το κλειδί: δεν χρειάζεται να λυθούν όλα τα προβλήματα της ζωής μας για να δικαιούμαστε μια στιγμή χαράς.
2. Δεν μετατρέπουν κάθε αναποδιά σε καταστροφικό σενάριο
Υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο να παραδεχτείς «σήμερα πέρασα μια δύσκολη μέρα» και στο να καταλήξεις στο «σε μένα πάντα όλα πάνε στραβά». Στην πρώτη περίπτωση απλώς καταγράφεις ένα γεγονός· στη δεύτερη, γράφεις ήδη το προδιαγεγραμμένο δυσάρεστο τέλος της επόμενης εβδομάδας.
Το παράπονο είναι απόλυτα υγιές και ανθρώπινο. Χρειάζεται να εκφράζουμε την κούρασή μας ή την αδικία που νιώθουμε. Όταν όμως κάθε κουβέντα ανακυκλώνει το ίδιο αδιέξοδο χωρίς καμία διάθεση για επόμενο βήμα, το παράπονο μετατρέπεται σε φυλακή. Η σωστή ερώτηση δεν είναι «γιατί γίνεται αυτό σε μένα;», αλλά «τώρα, ποιο είναι το επόμενο πρακτικό βήμα;».
3. Η χαρά έχει απλές, καθημερινές ρίζες
Συχνά αναρωτιόμαστε πώς αντλούν ενέργεια, αγνοώντας επιδεικτικά τα απλά πράγματα που οι ίδιοι φροντίζουν να εντάσσουν στη ρουτίνα τους: μια βόλτα στη φύση, επαφή με φίλους, καλή μουσική, χρόνος για τα χόμπι τους. Πράγματα αυτονόητα, τα οποία εμείς θυσιάζουμε με την πρώτη πίεση, θεωρώντας τα περιττή πολυτέλεια.
Εκείνοι, αντίθετα, προστατεύουν αυτούς τους μικρούς θύρους ηρεμίας. Επιλέγουν να απομακρυνθούν έγκαιρα από τοξικές συζητήσεις και δεν μειώνουν ποτέ τη χαρά τους επειδή κάποιος άλλος τα πάει «καλύτερα».
Δικαιούνται κι αυτοί να λυγίσουν
Αξίζει να τονιστεί κάτι σημαντικό: η εικόνα του ανθρώπου που δεν γκρινιάζει ποτέ μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια νέα, τοξική απαίτηση. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι μονίμως χαμογελαστός, ακούραστος και διαθέσιμος για τους πάντες.
Οι άνθρωποι που στηρίζουν τους γύρω τους έχουν κι αυτοί ανάγκη από κάποιον που θα τους ρωτήσει ειλικρινά «εσύ πώς είσαι;» και θα καθίσει να ακούσει την αλήθεια τους. Η αντοχή τους δεν μας δίνει το άλλοθι να τους φορτώνουμε τα δικά μας βάρη στο διηνεκές.
Το σπουδαιότερο μάθημα από αυτή τη σκέψη είναι η πρόσκληση να παρατηρούμε μεεπευαισθησία όσους καταφέρνουν να μένουν ζεστοί μέσα στο κρύο των δυσκολιών. Να μάθουμε πού βάζουν όρια και πώς αφήνουν τη χαρά να ξαναβρίσκει τον δρόμο της προς αυτούς.

