Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτή η ανάγκη να μην σταματάω. Δεν ήταν κάτι που έγινε απότομα ούτε μια συγκεκριμένη στιγμή που μπορώ να δείξω και να πω «εκεί άλλαξαν όλα».
Ήρθε σιγά-σιγά, σχεδόν αθόρυβα, σαν μια συνήθεια που στην αρχή μοιάζει ακίνδυνη αλλά με τον καιρό γίνεται τρόπος ζωής. Να γεμίζω τις ώρες μου, να κάνω πράγματα, να νιώθω ότι προχωράω, ότι δεν μένω πίσω. Και για ένα μεγάλο διάστημα αυτό λειτουργούσε, ή τουλάχιστον έτσι πίστευα, γιατί υπήρχε πάντα αυτή η αίσθηση ότι είμαι σε κίνηση, ότι κάτι χτίζεται.
Μέχρι που άρχισα να παρατηρώ κάτι παράξενο. Τη στιγμή που αποφάσιζα να κάνω το αντίθετο, να κάτσω, να ξεκουραστώ, να αφήσω λίγο χώρο μέσα στη μέρα μου χωρίς πρόγραμμα και χωρίς στόχους, αντί να νιώθω ανακούφιση, ένιωθα ενοχή. Μια αδιόρατη, αλλά πολύ συγκεκριμένη ενόχληση, σαν να έκανα κάτι λάθος.
Το σώμα μου μπορεί να ζητούσε ξεκούραση, αλλά το μυαλό μου δεν συνεργαζόταν. Υπήρχε πάντα αυτή η εσωτερική φωνή που επέμενε, όχι δυνατά αλλά σταθερά, ότι κάτι πρέπει να κάνω, ότι χάνω χρόνο, ότι κάπου αλλού κάποιος προχωράει κι εγώ μένω πίσω.
Και όσο το σκεφτόμουν, τόσο καταλάβαινα ότι αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με τεμπελιά ούτε με έλλειψη πειθαρχίας. Ίσα-ίσα, είναι το αποτέλεσμα του ότι μάθαμε να συνδέουμε την αξία μας με την απόδοσή μας. Μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι πρέπει συνεχώς να κάνουμε κάτι, να εξελισσόμαστε, να παράγουμε, να αποδεικνύουμε ότι αξίζουμε.
Και κάπου μέσα σε όλο αυτό, σχεδόν ανεπαίσθητα, βάλαμε ένα κόστος στη ξεκούραση, σαν να είναι κάτι που πρέπει πρώτα να κερδίσουμε, σαν να μην μας επιτρέπεται απλώς να υπάρχουμε χωρίς να αποδίδουμε.
Έχω πιάσει τον εαυτό μου πολλές φορές να κάθεται και να μην μπορεί να το απολαύσει. Να χαζεύω για λίγα λεπτά και να νιώθω άβολα, σαν να πρέπει να δικαιολογήσω αυτόν τον χρόνο. Να ψάχνω κάτι να κάνω, όχι επειδή υπάρχει πραγματική ανάγκη, αλλά επειδή δεν έχω μάθει να μένω ακίνητος χωρίς να νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά. Και εκεί είναι που συνειδητοποίησα κάτι που δεν είναι εύκολο να το παραδεχτείς: δεν ξέρουμε να ξεκουραζόμαστε, τουλάχιστον όχι πραγματικά.
Ξέρουμε να κάνουμε παύσεις με ενοχή, να δίνουμε στον εαυτό μας λίγο χρόνο, αλλά να μην είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά εκεί. Να είμαστε με το μυαλό σε όλα αυτά που αφήσαμε πίσω, σε όλα αυτά που «πρέπει» να κάνουμε μετά. Και έτσι, ακόμα και η ξεκούραση καταλήγει να κουράζει, γιατί δεν είναι αληθινή, δεν είναι πλήρης, δεν είναι ελεύθερη.
Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι σταματάμε, αλλά ότι έχουμε ξεχάσει τι σημαίνει να μην χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα εκείνη τη στιγμή. Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να υπάρχει χωρίς σκοπό, χωρίς στόχο, χωρίς πίεση.
Γιατί η αξία μας δεν μειώνεται όταν δεν παράγουμε και η ζωή δεν μετριέται μόνο σε ώρες που γεμίσαμε με κάτι «χρήσιμο». Υπάρχει και αυτή η άλλη πλευρά, η ήσυχη, που δεν φαίνεται, αλλά είναι εξίσου απαραίτητη.
Και ίσως εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπή που τόσο αποφεύγουμε, να υπάρχει τελικά κάτι που δεν βρίσκουμε ποτέ όσο τρέχουμε.
Μάθε περισσότερα για τα ευεργετικά αποτελέσματα της ξεκούρασης και πόσο ωφέλιμο είναι τελικά ένα διάλειμμα, κάνοντας κλικ στα άρθρα:



