Η σύλληψη του Nicolás Maduro από αμερικανικές δυνάμεις και η δημόσια δήλωση του Donald Trump ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «τρέξουν τη Βενεζουέλα» ανοίγουν ένα εξαιρετικά σύνθετο νομικό και θεσμικό πεδίο, στο σταυροδρόμι του διεθνούς δικαίου, της κυριαρχίας κρατών και των ορίων της προεδρικής εξουσίας στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τους New York Times, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει ακόμη παρουσιάσει επισήμως το νομικό της σκεπτικό. Ωστόσο, προηγούμενα ιστορικά παραδείγματα και δημόσιες τοποθετήσεις του υπουργού Εξωτερικών και συμβούλου εθνικής ασφάλειας, Μάρκο Ρούμπιο, προσφέρουν ενδείξεις για το πώς ενδέχεται να επιχειρείται η θεμελίωση αυτής της στρατηγικής.
Το προηγούμενο του Παναμά
Το βασικό ιστορικό ανάλογο είναι η αμερικανική εισβολή στον Παναμά το 1989, όταν η κυβέρνηση του Τζορτζ Χ. Ου. Μπους διέταξε στρατιωτική επιχείρηση για τη σύλληψη του τότε ηγέτη της χώρας, Μανουέλ Νοριέγα. Όπως και ο Μαδούρο σήμερα, ο Νοριέγα είχε κατηγορηθεί στις ΗΠΑ για διακίνηση ναρκωτικών. Η επιχείρηση τότε παρουσιάστηκε όχι ως πόλεμος, αλλά ως στρατιωτική υποστήριξη σε επιβολή του νόμου.
Αντίστοιχα, το Πεντάγωνο φέρεται να περιγράφει και την επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο ως «υποστήριξη του Υπουργείου Δικαιοσύνης», επιχειρώντας να την εντάξει σε πλαίσιο ποινικής δίωξης και όχι σε κλασική στρατιωτική εισβολή.
Ωστόσο, η κρίσιμη διαφορά είναι ότι ο Παναμάς δεν «διοικήθηκε» από τις ΗΠΑ μετά τη σύλληψη του Νοριέγα, ενώ στη σημερινή περίπτωση ο Τραμπ δηλώνει ρητά πρόθεση προσωρινής διακυβέρνησης της Βενεζουέλας.
Τι σημαίνει «θα τρέξουμε τη χώρα»
Σε συνέντευξη μετά τη σύλληψη Μαδούρο, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι το σχέδιό του βασίζεται στην πίεση προς την αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, ώστε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της Ουάσιγκτον.
Ερωτηθείς αν αυτό σημαίνει ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων για τη διακυβέρνηση της χώρας, απάντησε: «Όχι, αν η αντιπρόεδρος κάνει αυτό που θέλουμε». Παράλληλα, όμως, τόνισε ότι «δεν φοβάται τα boots on the ground», ειδικά σε σχέση με την προστασία των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων.
Αυτό δημιουργεί ένα νομικό κενό: αν η ντε φάκτο ηγεσία της Βενεζουέλας αρνηθεί να υπακούσει, με ποιο δικαίωμα οι ΗΠΑ θα ασκήσουν εκτελεστική εξουσία; Ο Τραμπ δεν έχει δώσει σαφή απάντηση, αφήνοντας ειδικούς στο διεθνές και συνταγματικό δίκαιο να μιλούν για μια πρωτοφανή και εξαιρετικά αμφισβητούμενη κατάσταση.
Διεθνές δίκαιο και κυριαρχία
Κατά το διεθνές δίκαιο, η προσωρινή διοίκηση ξένης χώρας από άλλο κράτος επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικά περιορισμένες περιπτώσεις: διεθνείς εντολές (π.χ. ΟΗΕ), κατοχή μετά από πόλεμο με σαφή νομικό πλαίσιο ή πρόσκληση από αναγνωρισμένη νόμιμη κυβέρνηση.
Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν πληρούται ξεκάθαρα. Ο Μαδούρο, παρά τη διεθνή αμφισβήτηση, παραμένει τυπικά αναγνωρισμένος ως πρόεδρος από τον ΟΗΕ και μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας.
Αυτό καθιστά τη δήλωση περί «διακυβέρνησης» νομικά εύθραυστη και πολιτικά εκρηκτική, με τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί ως παράνομη κατοχή ή νεοαποικιακή παρέμβαση.
Η σύλληψη Μαδούρο μπορεί να στηριχθεί, έστω οριακά, σε προηγούμενα ποινικής δίωξης. Η «διοίκηση» όμως της Βενεζουέλας από τις ΗΠΑ δεν έχει σαφές νομικό έρεισμα στο διεθνές δίκαιο. Το αν η Ουάσιγκτον θα επιχειρήσει να καλύψει αυτό το κενό μέσω πολιτικής πίεσης, προσωρινών θεσμών ή στρατιωτικής παρουσίας, θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της Βενεζουέλας, αλλά και τα όρια της αμερικανικής ισχύος στη μεταψυχροπολεμική εποχή.


