Πάσχα στο χωριό – μετά από χρόνια…

Γύρισες στο χωριό μετά από χρόνια, σχεδόν χωρίς να το πολυσκεφτείς, σαν να σε τράβηξε κάτι πίσω σε έναν τόπο που ήθελες να πιστεύεις πως σε περιμένει όπως τον άφησες. Ο δρόμος σου φαινόταν γνώριμος και ξένος μαζί· κάθε στροφή ξυπνούσε μια ανάμνηση, αλλά τίποτα δεν έμοιαζε ακριβώς ίδιο.

Όταν έφτασες, το σπίτι ήταν κλειστό.
Όχι απλώς κλειδωμένο, αλλά κλειστό με εκείνον τον τρόπο που καταλαβαίνεις πως δεν θα ανοίξει πια όπως άνοιγε κάποτε. Δεν υπήρχε κανείς να σε δει από μακριά και να βγει βιαστικά στη σκάλα, να κατέβει δυο-δυο τα σκαλιά και να σε προλάβει πριν καν φτάσεις στην πόρτα. Δεν υπήρχε εκείνη η αγκαλιά που σε σήκωνε σχεδόν από το έδαφος, πριν προλάβεις να αφήσεις τη βαλιτσούλα σου κάτω.

Μπήκες μέσα μόνος.
Η μυρωδιά είχε χαθεί. Δεν υπήρχε τίποτα από τις πίτες της γιαγιάς, από τις τηγανητές πατάτες που γέμιζαν το σπίτι, από εκείνη τη χωριάτικη σαλάτα που έμπαινε πάντα στο τραπέζι σαν κάτι αυτονόητο, φτιαγμένη με ό,τι είχε κοπεί λίγο πριν από το περιβόλι.

Περπάτησες αργά, αφήνοντας το βλέμμα σου να ακουμπάει πάνω σε αντικείμενα που είχαν μείνει στη θέση τους, αλλά δεν σήμαιναν πια το ίδιο χωρίς εκείνους.

Και τότε άρχισαν να έρχονται οι εικόνες.
Η γιαγιά σκυμμένη στο περιβόλι, να ποτίζει υπομονετικά, να σταματάει για λίγο να πάρει ανάσα, κι εσύ να τρέχεις κοντά της για να “βοηθήσεις”, χωρίς να κάνεις πολλά, μόνο και μόνο για να σου δώσει στο τέλος δυο-τρεις ντοματούλες στο χέρι, σαν ανταμοιβή για κάτι που δεν χρειαζόταν πραγματικά.

Ο παππούς να κάθεται στην καρέκλα του, να σε κοιτάζει χωρίς να λέει πολλά, και κάθε φορά που έφευγες για την πλατεία να σου δίνει λίγα χρήματα στο χέρι για το παγωτό της ημέρας· κι εσύ να γυρίζεις μετά, χαρούμενος, με τα χέρια κολλώδη και το πρόσωπο φωτισμένο, και να τον βλέπεις να χαμογελάει, σαν να είχε πάρει ο ίδιος τη μεγαλύτερη χαρά.

Τα καλοκαίρια που δεν τελείωναν ποτέ. Τα βράδια που δεν θέλατε να κοιμηθείτε, που στρώνατε κάτω και γελούσατε μέχρι να έρθει ο παππούς να σας μαλώσει, περισσότερο για το τυπικό παρά γιατί ήθελε πραγματικά να σταματήσετε.

Το νερό από τη βρύση του χωριού, που το κουβαλούσες σε παγούρια και έφτανες σπίτι με το μισό, είτε γιατί το είχες πιει στον δρόμο διψασμένος είτε γιατί το είχες χύσει παίζοντας, και εκείνοι να γελάνε χωρίς να σου πουν ποτέ τίποτα.

Μικρές στιγμές.
Που τότε περνούσαν χωρίς βάρος.
Και τώρα… είναι ό,τι έχει απομείνει.

Βγήκες για λίγο έξω, σαν να μην σε χωρούσε το σπίτι. Το απόγευμα είχε μια ησυχία που δεν ταίριαζε με όσα θυμόσουν. Στην πλατεία, δύο-τρία παιδιά έπαιζαν αδιάφορα, χωρίς φωνές, χωρίς εκείνη την ένταση που κάποτε γέμιζε τον χώρο. Κάθισες για λίγο και τα κοίταξες, προσπαθώντας να βρεις μέσα τους κάτι γνώριμο, αλλά δεν υπήρχε τίποτα να σε κρατήσει.

Το βράδυ, στο μικρό εκκλησάκι, ο κόσμος ήταν λιγοστός. Πρόσωπα άγνωστα, φωνές που δεν σου έλεγαν τίποτα. Οι νέοι είχαν φύγει, οι παλιοί είχαν χαθεί, κι όσοι είχαν μείνει έμοιαζαν να κρατούν κάτι που δεν ήξεραν αν θα συνεχιστεί.

Κρατούσες μια λαμπάδα χωρίς να το έχεις σκεφτεί ιδιαίτερα.
Όταν ακούστηκε το “Δεύτε λάβετε φως”, το κερί άναψε όπως πάντα, αλλά αυτή τη φορά δεν βρήκε το ίδιο σημείο μέσα σου για να ακουμπήσει. Και όταν ειπώθηκε το “Χριστός Ανέστη”, έμεινε να αιωρείται στον αέρα, πιο χαμηλό, πιο ήσυχο, σαν να μην είχε πια την ίδια δύναμη.
Οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν αργά, κρατώντας το φως στα χέρια τους με προσοχή. Δεν υπήρχαν βαρελότα, δεν υπήρχαν φωνές — μόνο μια ήρεμη επιστροφή.
Περπάτησες κι εσύ πίσω στο σπίτι, μαζί τους αλλά χωρίς να είσαι πραγματικά μαζί τους.

Μέσα, το φως της λαμπάδας φώτισε για λίγο τους τοίχους. Σημεία που κάποτε είχαν ζωή, φωνές, γέλια. Τώρα απλώς τα φώτιζε… χωρίς να τα γεμίζει.
Έμεινες για λίγο ακίνητος.
Και κάπου εκεί κατάλαβες πως δεν γύρισες για να ξαναβρείς αυτό που ήταν.
Γύρισες για να δεις ότι δεν υπάρχει πια.
Γιατί το χωριό δεν ήταν ποτέ τα σπίτια, οι δρόμοι ή η πλατεία.
Ήταν εκείνοι.
Και αυτοί… δεν σε περίμεναν πια.

Ad

spot_img

Άλλες Ειδήσεις

Μοιράσου το