Δεν είναι τα πράγματα που νοσταλγούμε.
Είναι ο τρόπος που τα ζούσαμε.
Κρατούσες έναν δίσκο στα χέρια σου και ήξερες γιατί τον αγόρασες. Έβαζες μια κασέτα και της έδινες χρόνο. Έπαιζες ένα παιχνίδι και δεν σε διέκοπτε τίποτα. Ούτε ειδοποιήσεις. Ούτε αλγόριθμοι. Ούτε βιασύνη.
Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτή η ιστορία…
Αυτά τα Χριστούγεννα γύρισα στο πατρικό μου. Δέκα μέρες με την οικογένειά μου. Με ανθρώπους που δεν χρειάζεται να αποδείξεις ποιος είσαι. Τσακώνεσαι, διαφωνείς, μουτρώνεις — και μετά κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι και τρως. Σαν να μη συνέβη τίποτα. Γιατί έτσι είναι η αγάπη όταν είναι αληθινή. Δεν κρατάει σκορ, δεν ζητάει εξηγήσεις. Απλώς υπάρχει.
Και μια από αυτές τις μέρες, κατέβηκα στο υπόγειο του σπιτιού… Ήταν περισσότερο μια εσωτερική παρόρμηση. Να ανοίξω κουτιά. Να βάλω μια τάξη. Μόνο που τελικά δεν τακτοποιούσα αντικείμενα. Τακτοποιούσα μνήμες.
Η σκόνη πάνω τους δεν ήταν αμέλεια.
Ήταν χρόνος.
Κάθε κουτί άνοιγε αργά, σχεδόν με σεβασμό. Και μέσα του δεν είχε απλώς πράγματα. Είχε εποχές. Ρυθμούς. Εκείνα τα χρόνια που τίποτα δεν ερχόταν εύκολα και γι’ αυτό όλα είχαν βάρος.
Έπιασα έναν δίσκο βινυλίου.
Και θυμήθηκα πώς ήταν να περιμένεις. Να ακούς ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο, να το ερωτεύεσαι και να το ψάχνεις. Όχι να το βρίσκεις αμέσως — να το κυνηγάς. Να μπαίνεις σε δισκάδικα, να ρωτάς, να φεύγεις με άδεια χέρια και να επιστρέφεις. Η μουσική δεν ήταν δεδομένη. Ήταν επιλογή. Και κάθε επιλογή είχε ευθύνη.
Οι κασέτες είχαν πάνω τους φωνές.
Όχι μόνο τραγούδια. Εκπομπές. Παύσεις. Λάθη. Εκείνη τη ζεστασιά του «ζωντανού» που δεν διορθώνεται. Που δεν κόβεται. Που δεν γίνεται τέλειο. Και γι’ αυτό μένει.
Μετά ήρθαν οι βιντεοκασέτες.
Ταινίες που τις διάλεγες από εξώφυλλο και από σύσταση. Από ένα «εμπιστεύσου με». Θυμήθηκα το βιντεοκλάμπ. Την πρώτη μου δουλειά. Το πόσο σημαντικό ένιωθα να προτείνω μια ταινία. Και το πόσο ανυπομονούσα, στο τέλος της βάρδιας, να πάρω μία κι εγώ. Όχι ό,τι να ’ναι. Κάτι που άξιζε να το δεις μέχρι τέλους.
Σε άλλο κουτί, παιχνίδια.
Το Game Boy.
Οι πρώτες κονσόλες, πριν τα πάντα γίνουν τέλεια και γρήγορα.
Τα φυσήματα στην κασέτα για να «πιάσει».
Τα απογεύματα με φίλους στο ίδιο δωμάτιο. Όχι συνδεδεμένοι — παρόντες. Να κοιτάμε την ίδια οθόνη. Να γελάμε για το ίδιο λάθος. Να μοιραζόμαστε τη στιγμή, όχι το σκορ.
Βρήκα το Walkman.
Το πρώτο μου πικάπ.
Το μικρό κασετοφωνάκι με τις μπαταρίες.
Και το τηλέφωνο με το καντράν, που σου μάθαινε υπομονή χωρίς να το καταλαβαίνεις. Γύριζες τον αριθμό και περίμενες. Όπως περίμενες γενικά τότε. Χωρίς εκνευρισμό. Χωρίς άγχος.
Όλα αυτά δεν ήταν «ρετρό».
Ήταν καθημερινότητα.
Και ίσως γι’ αυτό, τα ίδια βράδια, καθώς καθόμουν στον καναπέ των γιορτών, έπιασα τον εαυτό μου να βλέπει μια σειρά που μιλά για εκείνη την εποχή — όχι επειδή είναι μόδα, αλλά επειδή ξυπνά κάτι οικείο. Το Stranger Things δεν με γύρισε πίσω. Απλώς μου θύμισε πώς ένιωθε ο κόσμος τότε: πιο αργός, πιο απλός, πιο απρόβλεπτος. Όχι καλύτερος απαραίτητα. Αλλά πιο χειροπιαστός.
Και κάπου εκεί ήρθε, σχεδόν αβίαστα, η ερώτηση. Η κλασική. Η επικίνδυνη.
Ήταν τελικά καλύτερα παλιά;
Δεν ξέρω.
Ξέρω μόνο πως τότε τίποτα δεν ήταν δεδομένο. Η μουσική, οι ταινίες, τα παιχνίδια, οι στιγμές — όλα ήθελαν κόπο. Και γι’ αυτό είχαν βάρος.
Σήμερα τα έχουμε όλα. Άμεσα. Στο χέρι μας.
Ίσως όμως, μέσα σε αυτή την ευκολία, χάσαμε λίγο από την αξία της επιλογής.
Δεν λέω ότι τότε ήταν τέλεια.
Λέω πως τότε, τα ζούσαμε αλλιώς.
Και ίσως αυτό να είναι που μας λείπει.
Όχι τα αντικείμενα.
Αλλά το συναίσθημα ότι ό,τι αγαπήσαμε… το είχαμε κερδίσει.
Μ.Π.


