Πίσω στα άρθρα Makis’ Corner

Φθινόπωρο: Οι άνθρωποι που μας λείπουν και τα «θα τα πούμε» που δεν έγιναν ποτέ

Φθινόπωρο: Οι άνθρωποι που μας λείπουν και τα «θα τα πούμε» που δεν έγιναν ποτέ

Το φθινόπωρο δεν φέρνει μόνο μικρότερες μέρες και μεγαλύτερα βράδια. Φέρνει μαζί του αναμνήσεις, ανθρώπους που μας λείπουν και εκείνες τις συναντήσεις που αναβάλαμε με την υπόσχεση ότι θα γίνουν κάποια στιγμή. Κι ίσως αυτή να είναι η κατάλληλη εποχή για να αναρωτηθούμε πόσο συχνά αφήνουμε όσα έχουν πραγματική αξία για ένα αόριστο «θα τα πούμε».

Τα απογεύματα μικραίνουν πάλι. Κοιτάζω την ώρα, βλέπω το φως να λιγοστεύει έξω από το παράθυρο και σκέφτομαι πως πριν από λίγο καιρό, τέτοια ώρα, είχαμε ακόμη ολόκληρη μέρα μπροστά μας.

Κάθε φθινόπωρο συμβαίνει το ίδιο, κι όμως τελευταία με βρίσκει λίγο πιο απροετοίμαστο.

Η πόλη ξαναβρίσκει τον ρυθμό της, τα προγράμματα γεμίζουν, οι υποχρεώσεις επιστρέφουν στη θέση τους και οι κουβέντες μας αποκτούν πάλι εκείνη τη γνώριμη κατάληξη: «Να βρεθούμε κάποια στιγμή, μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα».

Το έχω πει κι εγώ τόσες φορές, που δεν δικαιούμαι να παραπονιέμαι όταν το ακούω. Μόνο που τώρα πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται πότε ακριβώς περιμένουμε να ηρεμήσουν όλα για να δούμε τους ανθρώπους που μας λείπουν.

Όταν οι μέρες μικραίνουν και οι αποστάσεις μεγαλώνουν

Θυμάμαι φθινόπωρα που δεν με ενοχλούσε καθόλου το σκοτάδι που ερχόταν νωρίς. Μια ζακέτα στην πλάτη, ένα τηλέφωνο, μια έξοδος που αποφασιζόταν τελευταία στιγμή, κι αυτό ήταν αρκετό. Δεν χρειαζόταν να συντονίσουμε ημερολόγια για έναν καφέ, ούτε να βρούμε κάποια ιδιαίτερη αφορμή για να χτυπήσουμε την πόρτα ενός φίλου.

Βέβαια, και τότε είχαμε τις αγωνίες μας. Απλώς σήμερα θυμάμαι ευκολότερα τα γέλια παρά όσα μας κρατούσαν ξύπνιους. Η νοσταλγία έχει κι αυτή τον τρόπο της να διαλέγει τι θα μας επιστρέψει.

Ίσως, τελικά, να μην είναι μόνο το φθινόπωρο που μας κάνει να κοιτάζουμε πίσω. Είναι και η ανάγκη μας να καταλάβουμε πώς φτάσαμε από τις αυθόρμητες συναντήσεις στις συζητήσεις που μένουν διαρκώς για την επόμενη εβδομάδα. Πώς άνθρωποι που κάποτε χωρούσαν αυτονόητα στην καθημερινότητά μας έγιναν πρόσωπα που χρειάζεται να αναζητήσουμε στο τηλέφωνό μας για να μάθουμε νέα τους.

Κι εκεί κάπου συνειδητοποιούμε πόσο σημαντικό είναι να ακούμε πραγματικά τους ανθρώπους που έχουμε απέναντί μας — Όχι βιαστικά, ανάμεσα σε δύο υποχρεώσεις, αλλά με την προσοχή που αξίζει σε μια σχέση.

Οι άνθρωποι που χάθηκαν χωρίς να μαλώσουμε ποτέ

Κάποια στιγμή, όμως, άρχισα να προσέχω περισσότερο αυτά τα απογεύματα. Να μένω λίγο μπροστά στο παράθυρο, πριν ανάψω το φως, και να σκέφτομαι ανθρώπους που κάποτε ήταν μέρος της καθημερινότητάς μου και τώρα δεν ξέρω καν πώς περνούν τη μέρα τους.

Φίλους που χαθήκαμε χωρίς να μαλώσουμε ποτέ, σχέσεις που πίστευα ότι θα με περιμένουν, έρωτες που άφησα να φύγουν με τη βεβαιότητα πως θα υπάρξουν κι άλλοι. Δεν έγιναν όλα από αδιαφορία, ούτε θα μπορούσαν όλα να κρατήσουν. Κάποια, όμως, τα άφησα για αργότερα περισσότερο απ’ όσο τους άξιζε.

Αυτό είναι που με βαραίνει μερικές φορές: πόσο εύκολα φέρθηκα στον χρόνο σαν να ήταν ανεξάντλητος.

Ίσως επειδή έχουμε μάθει να θεωρούμε δεδομένο ότι θα υπάρχει πάντα μια επόμενη ευκαιρία. Ένα άλλο Σαββατοκύριακο, μια πιο ήσυχη περίοδος, μια μέρα που δεν θα είμαστε τόσο κουρασμένοι. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, οι αναβολές γίνονται συνήθεια και οι αποστάσεις μεγαλώνουν χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιος μεγάλος καβγάς ή μια οριστική απόφαση.

Δεν είναι όλες οι σχέσεις φτιαγμένες για να κρατήσουν για πάντα. Ούτε μπορούμε να επιστρέψουμε σε κάθε άνθρωπο που πέρασε από τη ζωή μας. Μπορούμε, όμως, να αναρωτηθούμε αν κάποιες απομακρύνσεις συνέβησαν πραγματικά επειδή άλλαξαν τα αισθήματά μας ή αν απλώς αφήσαμε την καθημερινότητα να αποφασίσει για εμάς.

Και ίσως αξίζει να θυμόμαστε πως οι ανθρώπινες σχέσεις χρειάζονται χρόνο, παρουσία και ουσιαστική επικοινωνία. Δεν αρκεί πάντα να νοιαζόμαστε για κάποιον. Χρειάζεται, κάποιες φορές, να του το δείχνουμε και με την παρουσία μας.

Οι στιγμές που θα θέλαμε να ξαναζήσουμε

Τα βράδια που γυρίζω σπίτι και έχει ήδη σκοτεινιάσει, η ησυχία φέρνει μαζί της και τέτοιες σκέψεις. Θυμάμαι τραπέζια από τα οποία σηκώθηκα βιαστικά, τηλεφωνήματα που ανέβαλα επειδή ήμουν κουρασμένος, στιγμές που τις έζησα με το μυαλό ήδη στην επόμενη υποχρέωση. Τότε έμοιαζαν με μια συνηθισμένη μέρα· σήμερα θα ήθελα να μπορούσα να επιστρέψω για λίγο εκεί.

Δεν σας κρύβω πως αυτό με μελαγχολεί. Θα ήθελα να ξανακαθίσω με κάποιους ανθρώπους χωρίς να κοιτάζω την ώρα, να ακούσω ολόκληρη την ιστορία τους, να μη βιαστώ να πω «θα τα ξαναπούμε».

Δεν ξέρω αν μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο ευαίσθητοι απέναντι στον χρόνο ή αν απλώς αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε καλύτερα την αξία του. Ίσως καταλαβαίνουμε πως οι σημαντικές στιγμές δεν ανακοινώνονται πάντα με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Συχνά είναι ένας καφές χωρίς πρόγραμμα, ένα τηλεφώνημα χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ένα βράδυ που παρατείνεται επειδή κανείς δεν βιάζεται να φύγει.

Κι όταν αυτές οι στιγμές περάσουν, δεν είναι πάντα εύκολο να τις ξαναβρούμε. Γι’ αυτό ίσως χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τι έχει πραγματικά σημασία στη ζωή μας και ποιους ανθρώπους επιλέγουμε να κρατάμε κοντά μας .

Γιατί, όσο γεμάτο κι αν είναι το πρόγραμμά μας, κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε απλώς να προλαβαίνουμε τις υποχρεώσεις μας ή να αφήνουμε χώρο και για όσα κάνουν τη ζωή μας ουσιαστική.

Ίσως το «κάποια στιγμή» να πρέπει να γίνει σήμερα

Φέτος το φθινόπωρο, όταν σκέφτομαι κάποιον που μου λείπει, προσπαθώ να τον παίρνω τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή. Δεν το καταφέρνω πάντα· με παρασύρει κι εμένα η μέρα, όπως όλους.

Αλλά θέλω το επόμενο «να βρεθούμε» που θα πω να έχει και μια μέρα, μια ώρα, ένα μέρος.

Δεν περιμένω να εξαφανιστούν οι υποχρεώσεις ούτε να βρεθεί ξαφνικά άπλετος χρόνος. Ξέρω πως η καθημερινότητα θα συνεχίσει να γεμίζει και πως πάντα θα υπάρχει κάτι που μοιάζει πιο επείγον. Θέλω, όμως, να προσπαθήσω να μην αφήνω τα σημαντικά να χάνονται μέσα στα επείγοντα.

Να στέλνω εκείνο το μήνυμα. Να κάνω εκείνο το τηλεφώνημα. Να προτείνω μια συγκεκριμένη μέρα αντί να κλείνω τη συζήτηση με μια αόριστη υπόσχεση.

Δεν ξέρω πόσες από τις παλιές σχέσεις μπορούν να ξαναβρούν τη θέση τους στη ζωή μου. Ξέρω, όμως, πως δεν θέλω να αφήσω άλλες να απομακρυνθούν απλώς και μόνο επειδή πίστεψα ότι θα υπάρχει πάντα χρόνος.

Γιατί μου λείπουν μερικοί άνθρωποι. Και θα ήθελα να τους το πω όσο μπορούμε ακόμη να καθίσουμε ο ένας απέναντι στον άλλον.