Ο 17χρονος, που σκότωσε τον πατέρα του στη Λέρο, περιέγραψε τη φρίκη που ζούσε στα χέρια του κατά τη διάρκεια της απολογίας του.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το κακοποιητικό περιβάλλον ήταν αδιανόητο. Ο πατέρας του φέρεται να του είχε προκαλέσει σοβαρούς τραυματισμούς, μεταξύ άλλων τρυπώντας του την παλάμη με κατσαβίδι, περνώντας το από τη μία πλευρά στην άλλη, ενώ τον χτυπούσε επανειλημμένα με διάφορα αντικείμενα.
Όπως αναφέρουν μάλιστα οι ίδιες πληροφορίες, κατά την απολογία του, ο 17χρονος έδειξε στους δικαστικούς λειτουργούς τις ουλές του. Μετά την κατάθεσή του, αφέθηκε ελεύθερος με όρο την παρακολούθηση από ψυχολόγο.
Τι φέρεται να κατέθεσε ο 17χρονος
Σύμφωνα με όσα μετέδωσε η τηλεόραση του Mega ο 17χρονος φέρεται να υποστήριξε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Με χτυπούσε πολύ. Με έβριζε συνέχεια. ”Μπα…, π… γιέ, κοπρίτη, τελειωμένο” επειδή μου είχαν γράψει μια φαρμακευτική αγωγή και είχε δει τη μητέρα μου να μου δίνει τα χάπια. Με φώναζε ”πρεζάκια”, ”άρρωστο”. Μου έχει πετάξει κατσαβίδι στην πλάτη και έχω ουλή, σας την επιδεικνύω. Μου τρύπησε την παλάμη με κατσαβίδι και βγήκε από την άλλη πλευρά, σαν επιδεικνύω την ουλή. Επίσης μου πέταξε κατσαβίδι στο κεφάλι και έχω ουλή, την οποία επίσης σας επιδεικνύω. Τις περισσότερες φορές έκλαιγα και έπαιρνα το μηχανάκι και εξαφανιζόμουν ή πήγαινα πάνω στη μάνα μου και έκανα παράπονα. Όταν ερχόταν στο συνεργείο γινόταν άλλος άνθρωπος. Έμπαινε ο διάβολος μέσα του. Ήταν διπρόσωπος».
Ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσής του πρόσθεσε σύμφωνα με τις πληροφορίες: «Και τον δείκτη του δεξιού χεριού εκείνος μου το έκοψε με το κλαρκ κατά λάθος. Την πρώτη μέρα έκλαιγε και μετά πήγαινε στο καφενείο με τους φίλους του και το έλεγε και γέλαγε. Όμως με χτύπησε και άλλη μια φορά στο ίδιο δάκτυλο που ενώ κοιμόμουν ένα πρωί ήρθε και με ξύπνησε με ξύλο χτυπώντας μου το δάχτυλο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανοίξει το δάκτυλό μου πια ενώ πριν άνοιγε. Εκείνη την μέρα κάποια στιγμή μπήκε στο συνεργείο και επειδή δεν είχα κάνει πολύ δουλειά άρχισε στην αρχή να με βρίζει. Μετά πάει σ’ ένα ράφι με ακριβά ανταλλακτικά από μηχανάκια, κυλίνδρου και πιστόνια και άρχισε να τα παίρνει και να μου τα πετάει».
«Δεν ήθελα να πάθει κακό»
Και κατέληξε ως προς την ημέρα του φονικού: «Κάποια στιγμή έπιασε ένα κυλονδροπίστονο πολύ ακριβό και του λέω μην μου το πετάξεις σε παρακαλώ και εκείνος μου το πέταξε και με βρήκε στη δεξιά πλευρά της κοιλιακής χώρας. Την μελανιά αυτή την έδειξα και στους αστυνομικούς στη Λέρο. Όπως με χτύπησε το κυλινδροπίστονο το έπιασα στον αέρα και χωρίς να κοιτάξω το πέταξα πίσω. Δεν γύρισα το βλέμμα να δω. Όταν σήκωσα το βλέμμα ήταν πολύ αργά. Δεν έπεσε κατευθείαν κάτω ο πατέρας μου. Έκατσε πρώτα, μου ζήτησε να του φέρω λίγο νερό. Είχα καταλάβει από τη στιγμή που τον βγάλαμε από το μαγαζί ότι μπορεί να είχε τελειώσει. Μάλιστα το πρόσωπό του είχε μελανιάσει. Δεν ήθελα να πάθει κακό ο πατέρας μου. Ζητώ την επιείκειά σας…».



