Η εισήγηση του 2006 για κατασκευή πυρηνικού σταθμού στην Ελλάδα και το υπουργείο

Είναι ώρα να εξερευνήσουμε τις δυνατότητες της πυρηνικής ενέργειας, διέμηνυσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Σύνοδο στο Παρίσι, ανοίγοντας εκ νέου την συζήτηση για την συγκεκριμένη μορφή ενέργειας στην ελληνική πραγματικότητα.

Την ανάγκη και τη σημασία της πυρηνικής ενέργειας είχε επισημάνει 20 χρόνια πριν ο κ. Βασίλης Κασκαρέλης, ο οποίος τότε ήταν μόνιμος αντιπρόσωπος Ελλάδας στην ΕΕ, στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου του «Η Ελληνική Τέλεια Καταιγίδα», αναφερόμενος στην κλιματική κρίση και τα ενεργειακά.

Ακολουθεί το απόσπασμα:

Η κλιματική κρίση, ένα θέμα που συζητείται καθημερινά σε όλα τα επίπεδα, απασχολεί και τους πολίτες, και συνδέεται άμεσα με την αναζήτηση λύσεων για νέες –πράσινες ή ανανεώσιμες– πηγές ενέργειας.

Σε αυτή τη συζήτηση περιλαμβανόταν από τη δεκαετία του 1970 και η πυρηνική ενέργεια. Επανήλθε δε με δριμύτητα στις αρχές του 2022, με αφορμή την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χαρακτηρίσει, υπό προϋποθέσεις, τις επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια ως «πράσινες».

biblio.jpg

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρισκόταν η ακραία διάσταση απόψεων μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας. Η Γερμανία, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν εναντίον των πάσης φύσης πυρηνικών, φοβούμενη τη χρήση πυρηνικών όπλων από τις δύο υπερδυνάμεις της μεταπολεμικής εποχής.

Τα δυστυχήματα στο Τσερνόμπιλ το 1986 και –κυρίως– στη Φουκουσίμα το 2001 ανάγκασαν την Καγκελάριο Μέρκελ να αλλάξει τελείως την ενεργειακή πολιτική της χώρας, και το γερμανικό Κοινοβούλιο αποφάσισε την πλήρη έξοδο της χώρας από την πυρηνική ενέργεια μέχρι το 2022.

Στην άλλη πλευρά, η Γαλλία μετά την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 άρχισε το 1974, με απόφαση του Προέδρου Ντ’ Εστέν, ένα πρόγραμμα το οποίο περιλάμβανε την κατασκευή 45 πυρηνικών μονάδων, οι οποίες σήμερα έχουν φτάσει τις 56.

Η πολιτική αυτή πέτυχε την ενεργειακή αυτονομία της Γαλλίας, καθιστώντας την τον μεγαλύτερο παραγωγό ενέργειας στην Ευρώπη, ενώ το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα σήμερα καλύπτεται από τους πυρηνικούς αντιδραστήρες, που λειτουργούν με υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας.

Ήδη στις αρχές του 2022 ο Πρόεδρος Μακρόν ανακοίνωσε την απόφαση της Kυβέρνησής του να ενισχύσει την ενεργειακή αυτονομία της Γαλλίας με την κατασκευή άλλων έξι (6), νέας γενιάς, πυρηνικών αντιδραστήρων μέχρι το 2050 και με παράλληλο στόχο την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Αλλά ας επανέλθουμε στο 2006. Η δυσκαμψία που υπήρχε και υπάρχει, και επιδεινωνόταν με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο στη λήψη αποφάσεων όσο και στην υλοποίησή τους, έδινε και συνεχίζει να δίνει επαρκή χρόνο στους ανταγωνιστές της να καλύπτουν τα κενά που δημιουργούνται ή να προωθούν τα συμφέροντά τους σε ζωτικής σημασίας τομείς.

Ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2006 γίνονταν, χωρίς συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συζητήσεις σε όλα τα κοινοτικά επίπεδα για την ανάγκη διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας και τη σύναψη σχετικών συμφωνιών, ανακοινώθηκε ότι οι διαπραγματεύσεις της ρωσικής Gazprom με την αλγερινή Sonatrach βρίσκονταν ήδη στο τεlικό στάδιο συμφωνίας, γεγονός που θα οδηγούσε στη δημιουργία ρωσικού καρτελ σε βάρος της Ευρωπαικής Ένωσης.

Με πρωτοβουλία της φινλανδικής Προεδρίας το ενεργειακό συμπεριλήφθηκε στις προτεραιότητες της Ευρωπαικής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2006 και διοργανώθηκε τον Οκτώβριο στην πόλη Λάχτι έκτακτη Σύνοδος Κορυφής.
Σημαντικός αριθμός Προέδρων και Πρωθυπουργών εστίασε στην ανάγκη άσκησης πιέσεων επί της Ρωσίας, προκειμένου να υπογράψει τα Συμπεράσματα για τα ενεργειακά. Σε αντίθεση με αυτούς, η Γερμανίδα Καγκελάριος Μέρκελ εισηγήθηκε την υιοθέτηση ήπιας πολιτικής έναντι της Ρωσίας, προτείνοντας τη χρήση πειθούς και όχι επιβολής.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Μπλερ, ο οποίος χαρακτήρισε τη Ρωσία στρατηγικό εταίρο, εισηγούμενος και την εμπλοκή της Κίνας και της Ινδίας. Με την προσέγγιση αυτή συμφώνησε και ο Γάλλος Πρόεδρος Σιράκ, ο οποίος πλειοδότησε, τονίζοντας ότι η σταθερότητα και η ασφάλεια της Ευρώπης εξαρτώντο από τη Ρωσία, γεγονός που έπρεπε να γίνει κατανοητό από όλους. Πρόσθεσε ότι και η Μόσχα είχε συμφέροντα και ιδιαιτερότητες και ότι τα αμοιβαία συμφέροντα Ρωσίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλλαν να καταβληθεί σημαντική προσπάθεια συνεργασίας. Η τακτική αυτή προκάλεσε την αντίδραση (πάγια πολιτική, λόγω φοβικού συνδρόμου) των τριών Βαλτικών χωρών, οι οποίες υποστήριξαν την άποψη ότι η ενέργεια αποτελεί πολιτικό εργαλείο για την άσκηση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

Η δε Ουγγαρία, ασκώντας εντονότερη κριτική, επισήμανε ότι είναι λάθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιμετωπίζει το ενεργειακό θέμα ως οικονομικό ζήτημα και να παραβλέπει την ουσιαστική πολιτική διάστασή του.

Τελικά οι σχετικές κινήσεις της φινλανδικής Προεδρίας, συμπεριλαμβανομένης της Συνόδου Κορυφής στο Λάχτι, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα με τις συνέπειες ορατές σήμερα.

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ – ΕΝΤΟΝΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΕΧΝΙΩΝ

Υπό το φως των ανωτέρω, είχα επισημάνει στην Κυβέρνηση ως απολύτως αναγκαίο να αρχίσει η προετοιμασία της κρατικής μηχανής όχι μόνο για την αντιμετώπιση των επερχόμενων διαρθρωτικών αλλαγών, αλλά και για τη δυνατότητα να διαδραματίσει η Ελλάδα κάποιον ρόλο στα τεκταινόμενα στην περιφέρειά της.

Στο πλαίσιο αυτό πρότεινα:

α. Να συσταθεί, υπό τον συντονισμό του Υπουργείου Εξωτερικών, ένας διυπουργικός και διυπηρεσιακός οργανισμός, με στόχο την ανάλυση των εξελίξεων και τη χάραξη της σχετικής πολιτικής, ο οποίος να συνέρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και να ετοιμάζει συγκεκριμένα έγγραφα αναλύσεων, εκτιμήσεων, τακτικής και πολιτικής.

β. Να δημιουργηθεί ένα τμήμα παρακολούθησης των ενεργειακών θεμάτων στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών, δεδομένου ότι το θέμα αυτό συνδεόταν πλέον άρρηκτα με τις διεθνείς διπλωματικές εξελίξεις.

γ. Να συγκροτηθούν και να ενισχυθούν οι σχετικές Διευθύνσεις στα συναρμόδια Υπουργεία και να στελεχωθούν με υπαλλήλους που είχαν γνώση του συγκεκριμένου θέματος και, απαραίτητα, της λειτουργίας του συστήματος των Βρυξελλών.

Εισηγήθηκα, επίσης, να αρχίσουν άμεσα μελέτες για την κατασκευή υπεράκτιου τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου – LNG (Offshore Liquefied Natural Gas Terminal), ενδεχομένως, στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης.

Ο λόγος ήταν ότι η Ιταλία άρχιζε τότε την κατασκευή LNG τερματικού 25 μίλια νοτιοανατολικά της Βενετίας, με στόχο τη δυνατότητα εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου με πλοία από οπιαδήποτε αγορά ξαι, στη συνέχεια, της προώθησής του στην Ευρώπη.

Σημειωτέον οτι η κίνηση αυτή της κρατικής εταιρείας EDISON ήταν η πρώτη στην ευρωπαϊκή αγορά και την σημαντικότητα πλεονεκτήματα στην γειτονική χώρα. Προς συμπλήρωση της εικόνας, πρότεινα παράλληλα στην Αθήνα και στο αρμόδιο Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών, το οποίο και τότε, αλλά και τα επόμενα χρόνια, ζούσε σε άλλο κόσμο, την έναρξη μελετών για την ενδεχόμενη κατασκευή ενός πυρηνικού σταθμού στην Ελλάδα. Το σκεπτικό ήταν ότι η πυρηνική ενέργεια εκπέμπει πολύ λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα, γεγονός που βοηθάει ουσιαστικά στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Επιπλέον, σύμφωνα με μελέτες, το ποσοστό θανάτων από την πυρινική ενέργεια είναι πολύ χαμηλότερο του αντίστοιχου ποσοστού θανάτων από άλλες μορφές ενεργειακής παραγωγής. Αυτό μεταφράζεται σε ένα άτομο (1) κάθε 14 χρόνια.

Βέβαια, οι θάνατοι από πυρηνικά ατυχήματα προκαλούν τεράστιους τίτλους στα ΜΜΕ, σε αντίθεση με τους θανάτους από άλλες αιτίες. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη διεθνή μελέτη του Economist (Jamew Hansen, Head of Goddard Institute, NASA, 2013) η χρήση της πυρηνικής ενέργειας στην περίοδο μεταξύ 1971 και 2009 απέτρεψε το θαάνατο 1,84 εκατομμυρίων ανθρώπων, λόγω του χαμηλού αποτύπωματος του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

Το σχετικό τηλεγράφημα μου σκόπιμα διέρρευσε στα ελληνικά ΜΜΕ με αποτέλεσμα της εντονότατες αντιδράσεις διαφορών, κύριως, συνδικαλιστικών, οργάνωσεων που φοβόντουσαν μήπως χάσουν τις εργασίες τους στον τομέα της λιγνιτικής παραγωγής και συνακόλουθα τη δυνατότητα παρέμβασης στις κομματικές διεργασίες.

Όπως ήταν αναμενόμενο στην ελληνική πραγματικότητα, κύριως λόγω των πεζοδρομιακών και συνδικαλιστικών αντιδράσεων και των συνακόλουθων μικροπολιτικών παραμέτρων, που προκαλούν αγκυλώσεις στις εκάστοτε κυβέρνησεις, τίποτε από αυτά δεν υλοποιήθηκε, με αποτέλεσμα μόλις το 2021 (δηλ. 15 χρόνια αργότερα) να αρχίσουμε να συζητάμε τον περιορισμό της χρήσης λιγνίτη και την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Ας αναλογιστεί ο αναγνώστης πόσο διαφορετική θα ήταν σήμερα η Ελλάδα ή αν είχε ασχοληθεί ουσιαστικά με αυτά τα θέματα τότε.

Ad

spot_img

Άλλες Ειδήσεις

Μοιράσου το