Στη διάρκεια της συζήτησης, ο Βαγγέλης Δρίσκας ανέφερε ότι οι γονείς του δεν τον ενθάρρυναν να ακολουθήσει τη μαγειρική, ωστόσο το περιβάλλον του οικογενειακού ζαχαροπλαστείου ήταν εκείνο που διαμόρφωσε την πορεία του. «Οι γονείς μου δεν ήθελαν να ασχοληθώ με την μαγειρική. [..] Το ζαχαροπλαστείο ήταν αυτό που με καθόρισε κι είπα ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτό. Ήταν παραδοσιακό κι ο τεχνίτης έκανε κι ανατολίτικα γλυκά και πιο ντελικάτα. Το ζαχαροπλαστείο ήταν κι εφιάλτης γιατί περνούσα εκεί όλες τις ελεύθερε ώρες. Σε περιόδους γιορτών κάναμε 100 κιλά καριόκες, κουραμπιέδες και μελομακάρονα κάθε μέρα. Τότε υπήρχε η μόδα να τυλίγουμε κάθε κουραμπιέ ξεχωριστά», είπε.
Αναφερόμενος στα ταξίδια του και στις γεύσεις της Ασίας, στάθηκε στη μεγάλη απόσταση που, κατά τον ίδιο, χωρίζει την ασιατική από την ελληνική κουζίνα, ενώ περιέγραψε συνήθειες καθημερινής μαγειρικής και διάθεσης φαγητού.
«Η ασιατική κουζίνα διαφέρει περισσότερο απ’ όλες τις κουζίνες με την ελληνική. Στο Μπαλί έπαιρναν τις ποσότητες που ήθελαν να μαγειρέψουν εκείνη τη μέρα. Αν περισσέψει φαγητό, το δίνουν στους φτωχούς. Στην Κίνα σε υπαίθριους χώρους μαγειρεύουν τα πάντα. Δοκιμάζω κανονικά. Στο Βιετνάμ μια κυρία περίμενε μπροστά από μια θεϊκή σούπα. Ήταν κοτόσουπα με λίγο χοιρινό και μήλα. Πήρα το πιάτο μου που είχε λίγα noodles και μετά είδα ότι, όπως άφησα το πιάτο, είχε μια λεκάνη με νερό, το βούτηξε μέσα το δικό της με του κουτάλι και το έβαλε στην στοίβα. Έκανα τον σταυρό μου κι είπα ότι αν φτάσω στο ξενοδοχείο “όλα καλά”», αφηγήθηκε.


