«Αδύναμος κρίκος» για την ελληνική οικονομία η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων παρά τη βελτίωση στα δάνεια

Αδύναμος κρίκος για την ελληνική οικονομία παραμένει η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και ειδικά η πρόσβαση των μικρομεσαίων σε εξωτερικά κεφάλαια, σύμφωνα με την Τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ).

Η μελέτη καταγράφει ότι το κόστος τραπεζικού δανεισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις ήταν διαχρονικά υψηλότερο από εκείνο των λοιπών χωρών της περιφέρειας. Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει μετά το 2022, με τη διαφορά να μειώνεται σταδιακά και το 2025 τα επιτόκια να εμφανίζονται σχεδόν εξισωμένα. Το ΓΠΚΒ σημειώνει ότι αυτή η εξέλιξη δείχνει βελτίωση των συνθηκών δανεισμού, χωρίς όμως να σημαίνει ότι έχουν εξαλειφθεί τα βασικά εμπόδια πρόσβασης στη χρηματοδότηση.

Η εικόνα των όρων δανεισμού δείχνει επίσης τη διαδρομή της τελευταίας 15ετίας. Μέχρι το 2016 οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα κατέγραφαν συστηματική επιδείνωση σε κρίσιμες παραμέτρους, όπως το επιτόκιο, το ύψος του δανείου, η διάρκειά του και οι απαιτούμενες εξασφαλίσεις. Από το 2017 και μετά η τάση αντιστράφηκε, με σταδιακή βελτίωση τόσο στο διαθέσιμο ύψος δανείου όσο και στη διάρκειά του.

Στο ίδιο διάστημα, το χάσμα ανάμεσα στις ανάγκες χρηματοδότησης και στη διαθεσιμότητα τραπεζικών κεφαλαίων περιορίστηκε αισθητά. Μάλιστα, το 2024 και το 2025, για πρώτη φορά από το 2010, η διαθεσιμότητα δανειακών κεφαλαίων υπερέβη τις ανάγκες των επιχειρήσεων για εξωτερική χρηματοδότηση.

Παρά αυτή τη βελτίωση, οι πολύ μικρές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένουν οι πιο εκτεθειμένες. Η έκθεση υπολογίζει ότι για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις η πιθανότητα να αντιμετωπίζουν χρηματοδοτικά εμπόδια έφθανε στην Ελλάδα το 62,7% την περίοδο 2010-2019 και διαμορφώθηκε στο 57% την περίοδο 2022-2025, όταν στις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 29,1% και 28,7%. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η αντίστοιχη πιθανότητα ήταν 46,8% και 42,6% στην Ελλάδα, έναντι 21,1% και 19,9% στην περιφέρεια. Το ΓΠΚΒ συνδέει άμεσα αυτή την εικόνα με τη δομή της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι κατηγορίες αυτές αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων και στηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας.

Στους βασικούς παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνιση χρηματοδοτικών δυσχερειών, η μελέτη καταγράφει το μικρό μέγεθος της επιχείρησης, την επιδείνωση του κύκλου εργασιών, την ασθενή κεφαλαιακή βάση, το επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό και τη χαμηλή προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν πιστωτικό κίνδυνο. Πρόκειται για ευρήματα που, σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, εξηγούν γιατί η εικόνα βελτιώνεται μεν μετά την κρίση, αλλά η ελληνική αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει εντονότερες τριβές σε σχέση με άλλες οικονομίες της ίδιας ομάδας χωρών.

Η έκθεση συνδέει άμεσα αυτές τις συνθήκες και με την επενδυτική συμπεριφορά των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, για την περίοδο 2010-2019, η διεύρυνση του χρηματοδοτικού κενού συνδέθηκε με αύξηση κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες της πιθανότητας μείωσης των πάγιων επενδύσεων για τη μέση ελληνική επιχείρηση. Για την περίοδο 2022-2025 η επίδραση αυτή περιορίζεται στις 2,1 ποσοστιαίες μονάδες, αλλά παραμένει παρούσα. Αντίθετα, στις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, η αντίστοιχη σχέση δεν προκύπτει ως στατιστικά σημαντική.

Με βάση αυτά τα ευρήματα, το Γραφείο Προϋπολογισμού αναφέρει ότι, παρά την εξάλειψη του τραπεζικού χρηματοδοτικού κενού κατά την τελευταία διετία, η περαιτέρω άμβλυνση των περιορισμών στη χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμη για τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την αναπτυξιακή δυναμική. Η ίδια έκθεση δίνει ειδικό βάρος στις καινοτόμες επιχειρήσεις που επενδύουν σε τεχνολογίες αιχμής και σε άυλο κεφάλαιο, αλλά δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις, και καταγράφει ως αναγκαία την ανάπτυξη εναλλακτικών, μη τραπεζικών μορφών χρηματοδότησης ώστε να διευρυνθεί η πρόσβασή τους σε εξωτερικά κεφάλαια.

 

Ad

spot_img

Άλλες Ειδήσεις

Μοιράσου το